Banksy vs εξουσία - Ποιος πληρώνει τον λογαριασμό;
- Κατηγορία ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
- 0 σχόλια
Ενα έργο του Μπάνκσι στην πρόσοψη των Βασιλικών Δικαστηρίων του Λονδίνου, προκάλεσε αντιδράσεις. Οι 150.000 στερλίνες για την «αποκατάσταση» του κτιρίου και την απομάκρυνη του γκράφιτι αναζωπύρωσαν τη συζήτηση για την τέχνη, την εξουσία και την προστασία των μνημείων
Ενα έργο του Μπάνκσι αρκεί για να πυροδοτήσει πολιτικές αντιδράσεις, δημόσιες αντιπαραθέσεις και έναν… βαρύ λογαριασμό. Στη Βρετανία, η συζήτηση δεν αφορά αυτή τη φορά μόνο το μήνυμα του διάσημου street artist, αλλά και το κόστος που κλήθηκαν να καλύψουν οι φορολογούμενοι για να εξαφανιστούν τα έργα του από δημόσια κτίρια. Στο επίκεντρο βρίσκεται το γκράφιτι που εμφανίστηκε πέρυσι στην πρόσοψη των Βασιλικών Δικαστηρίων του Λονδίνου. Το έργο απεικόνιζε έναν βρετανό δικαστή με παραδοσιακή περούκα να χτυπά έναν διαδηλωτή πεσμένο στο έδαφος, σε μια εικόνα γεμάτη συμβολισμούς και πολιτική φόρτιση. Η τοιχογραφία απομακρύνθηκε σχεδόν αμέσως, όμως η υπόθεση επέστρεψε στην επικαιρότητα όταν αποκαλύφθηκε το συνολικό κόστος της επιχείρησης.
Όπως ανέφερε η Κιάρα Γκάτι της Repubblica, το νέο επεισόδιο αναζωπυρώνει το διαχρονικό ερώτημα: πού τελειώνει η τέχνη και πού αρχίζει ο βανδαλισμός; Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται το BBC, οι βρετανικές αρχές δαπάνησαν περίπου 150.000 στερλίνες για τον καθαρισμό τριών έργων του Μπάνκσι. Μόνο η αποκατάσταση της πρόσοψης του ιστορικού κτιρίου στην οδό Κάρεϊ κόστισε 85.000 λίρες, εκ των οποίων 50.000 διατέθηκαν για καθαρισμό με τεχνολογία λέιζερ και άλλες 35.000 για την εγκατάσταση μέτρων προστασίας από πιθανές νέες παρεμβάσεις. Στο ποσό αυτό προστέθηκαν ακόμη 60.000 λίρες που δαπάνησε ο δήμος του Γουέστμινστερ για την προστασία ενός αγάλματος στην πλατεία Γουότερλου, το οποίο ο Μπάνκσι είχε μετατρέψει σε νέο έργο τέχνης, καθώς και τα έξοδα απομάκρυνσης μιας ακόμη δημιουργίας που είχε εμφανιστεί σε φυλάκιο της Μητροπολιτικής Αστυνομίας του Λονδίνου.
Τέχνη ή βανδαλισμός;
Η υπόθεση ανοίγει ξανά μια συζήτηση που εδώ και δεκαετίες διχάζει τον κόσμο της τέχνης. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η ανάγκη προστασίας ιστορικών μνημείων και διατηρητέων κτιρίων. Από την άλλη, η ελευθερία της καλλιτεχνικής έκφρασης και η δύναμη της δημόσιας τέχνης να σχολιάζει την επικαιρότητα. Η αξία των έργων του Μπάνκσι δύσκολα αμφισβητείται πλέον. Τα μοναδικά του έργα πωλούνται σε δημοπρασίες έναντι εκατομμυρίων ευρώ, ενώ η παγκόσμια αναγνώρισή του βασίζεται στην ικανότητά του να μετατρέπει κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα σε εικόνες που προκαλούν έντονο δημόσιο διάλογο.
Ωστόσο, όταν οι παρεμβάσεις γίνονται πάνω σε ιστορικά κτίρια, το δίλημμα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο. Τα Βασιλικά Δικαστήρια αποτελούν εμβληματικό δείγμα της βικτωριανής γοτθικής αρχιτεκτονικής του 19ου αιώνα και οι αρχές υποστηρίζουν ότι η προστασία τους αποτελεί αδιαπραγμάτευτη υποχρέωση.
Η τέχνη απέναντι στην εξουσία
Δεν είναι η πρώτη φορά που ένα πολιτικό έργο τέχνης προκαλεί αντιδράσεις. Η Repubblica θυμίζει την περίπτωση του Μεξικανού τοιχογράφου Νταβίντ Αλφάρο Σικέιρος, του οποίου η περίφημη τοιχογραφία Tropical America καλύφθηκε με σοβά στο Λος Άντζελες τη δεκαετία του 1930 επειδή θεωρήθηκε προκλητική. Χρειάστηκαν δεκαετίες και εκατομμύρια δολάρια για να αποκατασταθεί. Ανάλογες αντιδράσεις προκάλεσε και το έργο του Μαουρίτσιο Κατελάν με το διάσημο γλυπτό του με το υψωμένο μεσαίο δάχτυλο στην Πιάτσα Αφάρι του Μιλάνου.
Παρά τις αρχικές αντιδράσεις, μετατράπηκε τελικά σε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα σύγχρονα αξιοθέατα της πόλης. Ίσως, τελικά, η μεγαλύτερη δύναμη του Μπάνκσι να βρίσκεται ακριβώς στην ικανότητά του να μετατρέπει ακόμη και τη λογοκρισία σε μέρος του ίδιου του έργου του. Το απέδειξε όταν το περίφημο «Girl with Balloon» αυτοκαταστράφηκε αμέσως μετά την πώλησή του σε δημοπρασία, πριν αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη αξία. Αν συμβεί κάτι αντίστοιχο και με τα έργα που σβήστηκαν από τους τοίχους του Λονδίνου, τότε ίσως η προσπάθεια διαγραφής τους να αποδειχθεί η καλύτερη διαφήμιση για τον ίδιο τον καλλιτέχνη.
Και αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη ειρωνεία της υπόθεσης: κάθε φορά που οι αρχές προσπαθούν να εξαφανίσουν ένα έργο του Μπάνκσι, εκείνο καταλήγει να γίνεται ακόμη πιο διάσημο. Η τέχνη του μπορεί να σβήνεται από τους τοίχους, όμως η συζήτηση που προκαλεί δύσκολα διαγράφεται.