Ενας «ανοιχτός» πόλεμος για τα αριστουργήματα που έκλεψαν οι Ναζί
- Κατηγορία ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
- 0 σχόλια
Ογδόντα χρόνια μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, η αναζήτηση έργων τέχνης που λεηλατήθηκαν από το Γ΄ Ράιχ, συνεχίζεται, με μουσεία, δικαστήρια και οικογένειες να αναζητούν ακόμα τη δικαίωση
Ο πόλεμος μπορεί να τελείωσε το 1945, όμως για χιλιάδες έργα τέχνης η Ιστορία δεν έκλεισε ποτέ πραγματικά. Πίνακες που άλλαξαν χέρια σε συνθήκες βίας, συλλογές που διαλύθηκαν για να σωθούν ανθρώπινες ζωές και αριστουργήματα που εξαφανίστηκαν στα χρόνια της ναζιστικής θηριωδίας εξακολουθούν μέχρι σήμερα να αποτελούν αντικείμενο ερευνών, δικαστικών μαχών και διεκδικήσεων. Κάθε νέα αποκάλυψη υπενθυμίζει ότι η πολιτιστική λεηλασία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου δεν αποτελεί απλώς ένα ιστορικό γεγονός, αλλά μια ανοιχτή πληγή που μέχρι και σήμερα δεν έχει επουλωθεί.
Η Corriere della Sera επανέρχεται σε αυτή τη μακρά και περίπλοκη ιστορία, φωτίζοντας υποθέσεις που δείχνουν πως η αναζήτηση των χαμένων έργων δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.Αντίθετα, συνεχίζεται μέσα από αρχεία, μουσεία, ιδιωτικές συλλογές και δικαστικές αίθουσες, όπου κάθε νέο στοιχείο μπορεί να αλλάξει όσα θεωρούνταν δεδομένα εδώ και δεκαετίες.
Η υπόθεση Γκούρλιτ και ο κρυμμένος θησαυρός
Από τις πιο χαρακτηριστικές υποθέσεις των τελευταίων ετών ήταν εκείνη του Κορνήλιου Γκούρλιτ, ενός σχεδόν άγνωστου ηλικιωμένου που ζούσε απομονωμένος σε διαμέρισμα του Μονάχου. Το 2012, οι γερμανικές αρχές εντόπισαν στην κατοχή του περισσότερα από 1.500 έργα τέχνης, πολλά από τα οποία συνδέονταν με τη συστηματική λεηλασία που πραγματοποίησε το ναζιστικό καθεστώς. Ο πατέρας του, Χίλντεμπραντ Γκούρλιτ, ιστορικός τέχνης και έμπορος, υπήρξε μία από τις σημαντικότερες μορφές στη διαχείριση της λεγόμενης «εκφυλισμένης τέχνης» στη ναζιστική Γερμανία.
Διατηρώντας στενές σχέσεις με την ηγεσία του Γ΄ Ράιχ, συμμετείχε στη διακίνηση και εμπορία έργων που είχαν αφαιρεθεί από μουσεία και, κυρίως, από εβραϊκές συλλογές. Μετά τον πόλεμο υποστήριξε ότι μεγάλο μέρος της συλλογής είχε καταστραφεί στους βομβαρδισμούς της Δρέσδης, όμως η ανακάλυψη των έργων στην κατοχή του γιου του αποκάλυψε μια διαφορετική πραγματικότητα. Η υπόθεση προκάλεσε παγκόσμιο ενδιαφέρον, καθώς ανέδειξε πόσο δύσκολο παραμένει ακόμη και σήμερα να αποκατασταθεί η πραγματική προέλευση πολλών έργων.
Ενας πίνακας του Βαν Γκογκ και μια οικογένεια που περιμένει δικαίωση
Στο επίκεντρο του πρόσφατου ρεπορτάζ της Corriere della Sera, που βασίζεται και σε στοιχεία της Le Monde, βρίσκεται η ιστορία του 98χρονου Εβραίου, Κλάους Κάλμαν, ο οποίος εξακολουθεί να διεκδικεί έργα που ανήκαν στη συλλογή της οικογένειάς του στο Βερολίνο. Ανάμεσά τους βρίσκεται και το πορτρέτο του γιατρού που περιέθαλψε τον Βίνσεντ βαν Γκογκ στο ψυχιατρικό ίδρυμα του Σεν-Πολ-ντε-Μοζόλ, στο Σεν-Ρεμί-ντε-Προβάνς. Σήμερα ο πίνακας εκτίθεται στο Μουσείο Ορσέ στο Παρίσι, όμως η διαδρομή του εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο αντιπαράθεσης. Στα τέλη Μαΐου, η γαλλική επιτροπή που εξετάζει την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών τα οποία αφαιρέθηκαν την περίοδο 1933-1945 αναγνώρισε ότι η οικογένεια Κάλμαν υπήρξε αναμφίβολα θύμα αντισημιτικών διώξεων και κατάσχεσης της περιουσίας της.
Ωστόσο, δεν κατέληξε με βεβαιότητα στο συμπέρασμα ότι ο συγκεκριμένος πίνακας συγκαταλεγόταν στα έργα που αφαιρέθηκαν παράνομα. Το ερώτημα παραμένει κρίσιμο. Ο πίνακας φαίνεται πως πουλήθηκε σε μεσάζοντα πριν καταλήξει στη συλλογή του διάσημου εμπόρου τέχνης Πολ Ρόζενμπεργκ. Εκείνο που εξακολουθεί να ερευνάται είναι αν η πώληση έγινε οικειοθελώς ή αν πραγματοποιήθηκε υπό το βάρος των διώξεων και της ανάγκης επιβίωσης, έναν παράγοντα που μεταβάλλει ουσιαστικά τη νομική και ηθική διάσταση της υπόθεσης.
Οταν η «πώληση» δεν ήταν πραγματικά επιλογή
Η συγκεκριμένη υπόθεση αναδεικνύει μια από τις πιο σύνθετες πτυχές της διαδικασία επιστροφής στους αρχικούς ιδιοκτήτες των έργων τέχνης που λεηλατήθηκαν την περίοδο του Ολοκαυτώματος. Δεν πρόκειται πάντοτε για έργα που αφαιρέθηκαν διά της βίας. Σε πολλές περιπτώσεις, εβραϊκές οικογένειες αναγκάστηκαν να πουλήσουν τις συλλογές τους σε εξευτελιστικές τιμές προκειμένου να εξασφαλίσουν χρήματα για τη διαφυγή τους ή να αποκτήσουν τα απαραίτητα έγγραφα που θα τους επέτρεπαν να εγκαταλείψουν τη ναζιστική Ευρώπη. Ακριβώς αυτή τη διάσταση επιχειρούν να καλύψουν οι «Αρχές της Ουάσινγκτον», που εγκρίθηκαν το 1998 από 44 κράτη, μεταξύ των οποίων και η Γαλλία.
Το πλαίσιο αυτό προβλέπει ότι ακόμη και μια τυπικά νόμιμη πώληση μπορεί να θεωρηθεί εξαναγκαστική, εφόσον πραγματοποιήθηκε μέσα στις συνθήκες διώξεων που επικρατούσαν την περίοδο 1933-1945.Η ερμηνεία αυτή ενισχύθηκε περαιτέρω με τις «Καλές Πρακτικές» που υιοθέτησαν τα συμβαλλόμενα κράτη τον Μάρτιο του 2024.
Οι ατελείωτες διαμάχες γύρω από τα έργα του Μοντιλιάνι
Οι εκκρεμότητες δεν περιορίζονται στον Βαν Γκογκ. Ανάλογες υποθέσεις εξακολουθούν να απασχολούν τα δικαστήρια και για έργα του Αμεντέο Μοντιλιάνι. Ενα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι ο πίνακας «Καθιστός άνδρας (στηριγμένος σε μπαστούνι)», έργο του 1918, η αξία του οποίου εκτιμάται σήμερα σε περισσότερα από 21 εκατομμύρια ευρώ. Το έργο ανήκε σε εβραίο γκαλερίστα που εγκατέλειψε το Παρίσι μετά τη γερμανική κατοχή και έκτοτε ακολούθησε μια πολύπλοκη διαδρομή μέσα από συλλέκτες, εμπόρους και δημοπρασίες.
Σήμερα τη διεκδίκηση έχει αναλάβει η καναδική εταιρεία Mondex Corporation, η οποία ειδικεύεται στον εντοπισμό περιουσιακών στοιχείων που αφαιρέθηκαν κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και ενεργεί για λογαριασμό του μοναδικού εν ζωή απογόνου της οικογένειας. Την ίδια στιγμή, ένας ακόμη πίνακας του Μοντιλιάνι, το περίφημο «Γυμνό πάνω σε μπλε μαξιλάρι», βρέθηκε στο επίκεντρο μιας από τις μεγαλύτερες δικαστικές αντιπαραθέσεις της διεθνούς αγοράς τέχνης. Η υπόθεση αφορούσε όχι τη ναζιστική λεηλασία, αλλά τις καταγγελίες του ρώσου δισεκατομμυριούχου Ντμίτρι Ριμπολόβλεφ (ιδιοκτήτης πλέον του Σκορπιού, στη Λευκάδα) ότι εξαπατήθηκε από τον έμπορο τέχνης Ιβ Μπουβιέ μέσω υπερτιμολογημένων πωλήσεων έργων μεγάλης αξίας.
Η δικαστική διαμάχη επεκτάθηκε και στον οίκο Sotheby’s, ο οποίος τελικά απαλλάχθηκε από κατηγορίες για παράνομες δραστηριότητες. Ωστόσο, η υπόθεση ανέδειξε για ακόμη μία φορά πόσο αδιαφανής μπορεί να αποδειχθεί η διεθνής αγορά έργων τέχνης, ακόμη και όταν πρόκειται για αριστουργήματα με πλήθος ιστορικών ερευνών πίσω τους.
Οταν η ιστορία δεν γράφεται μόνο στα βιβλία
Οπως επισημαίνει η Corriere della Sera, κάθε νέος φάκελος που ανοίγει αποδεικνύει ότι η ιστορία των λεηλατημένων έργων τέχνης απέχει πολύ από το να θεωρηθεί ολοκληρωμένη. Αρχεία που αποχαρακτηρίζονται, ιδιωτικές συλλογές που έρχονται στο φως και νέες ιστορικές έρευνες συνεχίζουν να ανατρέπουν παγιωμένες εκδοχές δεκαετιών.
Τελικά, η συζήτηση δεν αφορά μόνο την οικονομική αξία ενός πίνακα ή τη νόμιμη κυριότητά του. Αφορά τη συλλογική μνήμη, τη δικαιοσύνη και την αποκατάσταση μιας ιστορικής αδικίας που εξακολουθεί να βαραίνει την Ευρώπη. Μπορεί ένα έργο τέχνης να θεωρείται πραγματικά «νόμιμη ιδιοκτησία» όταν η διαδρομή του ξεκινά από τον φόβο, τον διωγμό και την αρπαγή; Ή μήπως κάθε νέα ανακάλυψη υπενθυμίζει ότι ορισμένοι λογαριασμοί του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου παραμένουν ακόμη ανοιχτοί;