The Doors
Αμερικανικό συγκρότημα της ροκ μουσικής, ένα από τα σημαντικότερα που ανέδειξε η δεκαετία του εξήντα. Η ηγετική παρουσία του τραγουδιστή τους Τζιμ Μόρισον έπαιξε καθοριστικό τόσο στο έργο τους όσο και στην δημόσια εικόνα τους. Η πλούσια σε εικόνες στιχουργική του, σε συνδυασμό με το εκλεκτικό ψυχεδελικό ροκ τους, ανέδειξαν τους Doors, σ’ ένα από τα επιδραστικότερα συγκροτήματα στην ιστορία της ροκ μουσικής με διαχρονική απήχηση που φθάνει ως τις μέρες μας. Η δεδομένη κριτική αποδοχή τους, συμπληρώνεται από την εμπορική τους επιτυχία. Σύμφωνα με στοιχεία της αμερικανικής μουσικής βιομηχανίας έχουν πουλήσει πάνω από 33 εκατομμύρια δίσκους στις ΗΠΑ και πάνω από 100 εκατομμύρια σε όλο τον κόσμο.
Οι Doors σχηματίστηκαν τον Ιούλιο του 1965 στο Λος Άντζελες από τον 22χρονο φοιτητή θεατρικών σπουδών του τοπικού πανεπιστημίου (UCLA) Τζιμ Μόρισον και τον 30χρονο κιμπορντίστα Ρέι Μάνζαρεκ, ο οποίος παρακολουθούσε μαθήματα κινηματογράφου στο ίδιο πανεπιστήμιο. Γρήγορα το γκρουπ συμπληρώθηκε με τον 20χρονο ντράμερ Τζον Ντένσμορ και τον 19χρονο κιθαρίστα Ρόμπι Κρίγκερ. Μία σύνθεση, χωρίς μπάσο, ασυνήθιστη για ροκ συγκρότημα, την έλλειψη του οποίου αναπλήρωναν συνήθως τα κίμπορντς του Μάνζαρεκ. Το όνομά τους, το πήραν από το βιβλίο του άγγλου συγγραφέα και δημοσιογράφου Άλντους Χάξλεϊ «The Doors of Perception» («Ο Πύλες της Αντίληψης»), ο οποίος με την σειρά του το είχε δανειστεί από ένα στίχο του συμπατριώτη του ποιητή Γουίλιαμ Μπλέικ («If the doors of perception were cleansed, everything would appear to man as it is, infinite»).
Η επιτυχία του πρώτου δίσκου τους, φέρνει και ένα δεύτερο την ίδια χρονιά. Πιο δουλεμένο στις λεπτομέρειες το «Strange Days» περιλαμβάνει τραγούδια, όπως το 11λεπτο «When the Music’s Over» και την μπαλάντα «Love Me Two Times», δύο από τις διαχρονικές επιτυχίες του συγκροτήματος.
Επί σκηνής, συνηθίζει να προκαλεί τα συντηρητικά ήθη της Αμερικής, με συνεχόμενα μπαράζ βλασφημιών, από τις οποίες ξεχωριστή θέση είχαν οι διάφορες μιμήσεις της σεξουαλικής πράξης. Μπορεί η θεατρικότητα της σκηνικής του παρουσίας να προκαλούσε το παραλήρημα των πιστών οπαδών του, αλλά ταυτόχρονα τέθηκε στο στόχαστρο των αρχών και της αστυνομίας, με τις οποίες είχε πολλά μπλεξίματα.
Τον Ιούλιο του 1969, κυκλοφόρησε το τέταρτο άλμπουμ των Doors με τίτλο «The Soft Parade», από το οποίο ξεχώρισε το σινγκλ «Touch Me». Πολλοί από τους φανατικούς οπαδούς τους θεώρησαν τον δίσκο αρκούντως εμπορικό και ξεπούλημα της μέχρι τώρα καριέρας τους. Οι Doors αντεπετέθηκαν τον επόμενο χρόνο με το «Morrison Hotel», ένα δίσκο με δυνατά ροκ κομμάτια, όπως το «Roadhouse Blues» και το «You Make Me Real».
Τον Απρίλιο του 1971 θα κυκλοφορήσουν τον έκτο δίσκο τους και τελευταίο με τον Μόρισον στην σύνθεσή τους. Το «L.A Woman» με κομμάτια, όπως τα «Love Her Madly», «Riders on the Storm» και το ομότιτλο, θεωρείται το πληρέστερο άλμπουμ τους μαζί με το πρώτο.
Αμέσως μετά την κυκλοφορία του, ο Μόρισον αποφάσισε να αποφορτιστεί από το εναντίον του κλίμα στις ΗΠΑ και μαζί με τη σύντροφό του Πάμελα Κούρσον (1946-1974) εγκαταστάθηκε στο Παρίσι για να ασχοληθεί απερίσπαστος με την ποίηση. Όμως, στις 3 Ιουλίου 1971 βρέθηκε νεκρός στο μπάνιο του διαμερίσματος, σε ηλικία 27 ετών. Η επίσημη εκδοχή του θανάτου του ήταν καρδιακή προσβολή.
Οι τρεις εναπομείναντες Doors θα κυκλοφορήσουν δύο ακόμη άλμπουμ («Other Voices», «Full Circle») και θα διαλυθούν το 1973, γιατί, όπως δήλωσε αργότερα Ντένσμορ: «Το συγκρότημα χωρίς τον Τζιμ Μόρισον δεν πρέπει να ονομάζεται Doors».