«Μισιρλού» - Η ιστορία του ρεμπέτικου τραγουδιού που κατέκτησε τον κόσμο
Πριν γίνει το σήμα κατατεθέν του Pulp Fiction και sample σε ένα από τα μεγαλύτερα hits των Black Eyed Peas, η «Μισιρλού» ήταν ένα τραγούδι της Ανατολικής Μεσογείου, γεμάτο ερωτισμό και μια ιστορία που χάνεται στα βάθη των αιώνων.
Οι πρώτες νότες της «Μισιρλού» είναι πλέον συνδεδεμένες με την κινηματογραφική ιστορία. Αρκεί να ακούσει κανείς την ηλεκτρική κιθάρα να ξεκινά με εκείνο το χαρακτηριστικό, καταιγιστικό παίξιμο για να βρεθεί αμέσως στην εναρκτήρια σκηνή του Pulp Fiction. Για άλλους, η ίδια μελωδία ξυπνά αναμνήσεις από το «Pump It» των Black Eyed Peas, ένα από τα τραγούδια που κυριάρχησαν στα ραδιόφωνα και τα μουσικά κανάλια στα μέσα της δεκαετίας του 2000. Η διαδρομή, όμως, από το Χόλιγουντ και την αμερικανική ποπ κουλτούρα μέχρι τις πρώτες ηχογραφήσεις της είναι πολύ μεγαλύτερη απ' όσο φαντάζεται κανείς.
Η ιστορία της αρχίζει στην Ανατολική Μεσόγειο, σε μια εποχή κατά την οποία οι μουσικές παραδόσεις περνούσαν από τη μία κοινότητα στην άλλη, ακολουθώντας τις διαδρομές των νομάδων, των εμπόρων και των μεταναστών. Η ακριβής γενέτειρα της μελωδίας δεν έχει προσδιοριστεί με βεβαιότητα. Συνδέεται με τη μουσική παράδοση της ευρύτερης περιοχής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και πιθανότατα προϋπήρχε των ηχογραφήσεων που έχουν διασωθεί. Ούτε ο αρχικός συνθέτης της έχει ταυτοποιηθεί, γεγονός που έχει τροφοδοτήσει διαφορετικές θεωρίες γύρω από την πατρότητά της.
Ο τίτλος «Μισιρλού» προέρχεται από την τουρκική λέξη Mısırlı, που σημαίνει Αιγύπτιος ή Αιγύπτια. Στο τραγούδι, ο αφηγητής απευθύνεται σε μια γυναίκα από την Αίγυπτο, την οποία περιγράφει με θαυμασμό και έντονη ερωτική επιθυμία. Οι στίχοι «Μισιρλού μου, η γλυκιά σου η ματιά / φλόγα μ' έχει ανάψει μέσα στην καρδιά» δίνουν από την αρχή τον τόνο μιας εξομολόγησης που κινείται ανάμεσα στον έρωτα και τη γοητεία του απαγορευμένου. Ο αφηγητής είναι ένας χριστιανός ερωτευμένος με μια μουσουλμάνα, ένας απαγορευμένος έρωτας για την εποχή. Η γυναίκα παρουσιάζεται ως μια εξωτική, μυστήρια και υπνωτιστική παρουσία, με την ομορφιά της να περιγράφεται μέσα από τις αισθητικές και πολιτισμικές αναφορές της εποχής.

Η εικόνα αυτή γίνεται ακόμη πιο χαρακτηριστική στους στίχους «Μαγική ξωτική ομορφιά / τρέλα θα μου 'ρθει, δεν υποφέρω πια». Η Μισιρλού αποκτά μυθικές διαστάσεις στα μάτια του ερωτευμένου αφηγητή, ο οποίος αδυνατεί να αντισταθεί στη γοητεία της. Η αναφορά στην «Αραπιά» -όπως αποκαλούνταν τότε σε παλαιότερη λαϊκή γλώσσα οι αραβικές χώρες και οι τόποι της Ανατολής- ενισχύει αυτό το σκηνικό μακρινού, μυστηριώδους τόπου. Στο «Αχ, θα σε κλέψω μέσα στην Αραπιά», ο έρωτας περνά στη φαντασίωση της φυγής. Οι στίχοι αποτυπώνουν τη γλώσσα και τις αντιλήψεις μιας άλλης εποχής, μαζί με τον τρόπο που η ελληνική λαϊκή μουσική προσλάμβανε και αναπαριστούσε την Ανατολή.
Η πρώτη γνωστή ηχογράφηση του τραγουδιού πραγματοποιήθηκε στη Νέα Υόρκη, τον Ιούλιο του 1927, από τον Τέτο Δημητριάδη, Έλληνα μουσικό με καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη. Η παρουσία της «Μισιρλού» στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού δεν ήταν τυχαία. Η ελληνική διασπορά διατηρούσε ζωντανή τη μουσική της παράδοση μέσα από δισκογραφικές εταιρείες, μουσικά στέκια και ορχήστρες, μεταφέροντας μαζί της τραγούδια που είχαν ακουστεί στα λιμάνια και τις πόλεις της Ανατολικής Μεσογείου.
Η μελωδία που κάποτε συνόδευε την ερωτική εξομολόγηση ενός χριστιανού άνδρα σε μια Αιγύπτια γυναίκα κατέληξε να αναγνωρίζεται από εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο, ακόμη κι αν οι περισσότεροι δεν γνωρίζουν ούτε τον τίτλο της ούτε τους στίχους που της έδωσαν την πρώτη της ταυτότητα.