Logo
Εκτύπωση αυτής της σελίδας

Cassandra Wilson (1955-2026) - Η πορεία της μεγάλης τραγουδίστριας της τζαζ, που έφυγε πρόσφατα από τη ζωή

Στις δεκαετίες του ’90 και του 2000 υπήρξε πρώτο όνομα, προτείνοντας δίσκους που έγραψαν ιστορία.

ΣΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ ’90 η τζαζ επιχειρούσε να επαναπροσδιορίσει το ίχνος της και τραγουδίστριες σαν την Cassandra Wilson βρίσκονταν, με τους δίσκους και τα live τους, στην πρώτη γραμμή του ενδιαφέροντος. Μπορεί και στα έιτις να συνέβησαν πολλά, κυρίως σ’ ένα περισσότερο υπόγειο επίπεδο, αλλά στα 90s η τζαζ θα απασχολούσε ξανά έντονα το μεγάλο κοινό και φωνές, όπως εκείνη της Wilson, θα έκαναν τη μεγάλη διαφορά.

Η Wilson προερχόταν από την προχωρημένη άφρο-νεοϋορκέζικη σκηνή του Μ-base στα 80s (Steve Coleman, Geri Allen, Greg Osby κ.ά.), που είχε να κάνει βασικά μ’ έναν τρόπο αντίληψης της τέχνης γενικότερα, και όχι μόνο της μουσικής, ούτε αναγκαστικά της τζαζ –με περισσότερο «ανοιχτές» επιρροές, όσον αφορά τη μουσική, αρμονική ακρίβεια, ισχυρό ρυθμικό υπόβαθρο και αυστηρούς αυτοσχεδιασμούς που δρούσαν σαν μοντέλα ανάπτυξης των μελωδιών–, όμως ήταν στα 90s, με το που θα πατούσε πόδι (η Wilson) στην εταιρεία Blue Note, όταν θα έκανε εντελώς σαφείς τις επιδιώξεις της.

Με «γεμάτη», βαθιά και δυνατή φωνή, χαρακτηριστικού φαλσέτου, που την κάνει ζεστή και θωπευτική, χωρίς να χάνει ποτέ τα δυναμικά στοιχεία της, η Cassandra Wilson δείχνει πώς, με ποιον τρόπο, τα blues του Robert Johnson και οι folk-rock-country μπαλάντες της Joni Mitchell και του Van Morrison θα μπορούσαν να αποκτήσουν μια νέα υπόσταση.

Αναφέρομαι στον δίσκο της “Blue Light 'Til Dawn” [Blue Note, 1993], στον οποίο η ερμηνεύτρια από τον Μισισιπή, θα παρουσίαζε μια σειρά τραγουδιών, πρωτότυπα και διασκευές, που πατούσαν εξίσου στην τζαζ, στο φολκ και το blues, εμβαθύνοντας με τον δικό της τρόπο σε κάθε τι, και δημιουργώντας, εν πάση περιπτώσει, ένα νέο, ένα δικό της τρόπο αφήγησης, παλαιό και καινούριο μαζί, που θα μπορούσε να αποτελέσει πρόταση. Ναι μεν επιστροφή στις ρίζες της αμερικάνικης μουσικής, αλλά μ’ έναν τρόπο σύγχρονο, που να λαμβάνει υπ’ όψη του την επικοινωνία των επιμέρους υφών κοιτώντας προς το μέλλον.

Με «γεμάτη», βαθιά και δυνατή φωνή, χαρακτηριστικού φαλσέτου, που την κάνει ζεστή και θωπευτική, χωρίς να χάνει ποτέ τα δυναμικά στοιχεία της, η Cassandra Wilson δείχνει πώς, με ποιον τρόπο, τα blues του Robert Johnson (“Come on in my kitchen”, “Hellhound on my trail”) και οι folk-rock-country μπαλάντες της Joni Mitchell και του Van Morrison (“Black crow”, “Tupelo honey”) θα μπορούσαν να αποκτήσουν μια νέα υπόσταση, στην εποχή του έντονου ανακατέματος των παραδόσεων και του ηχητικού επαναπροσδιορισμού των πάντων.

Στον ίδιο δρόμο θα βαδίσει και στο καταπληκτικό άλμπουμ της “New Moon Daughter” [Blue Note, 1995], διασκευάζοντας “Strange fruit”, Son House (“Death letter”), Hank Williams (“I’m so lonesome I could cry”), Neil Young (“Harvest moon”) και ξανά Robert Johnson (“32-20”), συμπληρώνοντας με δικά της άξια τραγούδια (“Find him”). Έτσι, ήταν κάπως αναμενόμενο το “New Moon Daughter” να φθάσει στην κορυφή των τζαζ άλμπουμ του Billboard, κερδίζοντας και το Grammy του “best jazz vocal performance”.

Το 1997 η Cassandra Wilson θα μοιραστεί έναν πολύ ωραίο δίσκο με τον πιανίστα Jacky Terrasson, που είχε τίτλο “Randezvous” [Blue Note], συνεργαζόμενη με τους Lonnie Plaxico μπάσο και Mino Cinelu κρουστά –ένα CD, που αφορά περισσότερο τους ακραιφνείς jazz fans–, ενώ το καλοκαίρι του 1998 θα την βλέπαμε για πρώτη φορά και στην Ελλάδα, στο Jazz on The Hill, στο Sani Festival της Χαλκιδικής. Εκεί ο Plaxico θα ήταν ξανά δίπλα της, και μαζί τους οι Marvin Sewell κιθάρα, Eric Lewis πιάνο και Marcus Baylor ντραμς. Καταπληκτικό live, που το θυμάμαι ακόμη, κυρίως λόγω της προσωπικότητας της Wilson, που είχε τον «αέρα» ντίβας – τόσο πάνω, όσο και κάτω από τη σκηνή.

Cassandra Wilson (1955-2026): η πορεία της μεγάλης τραγουδίστριας της τζαζ, που έφυγε πρόσφατα από τη ζωή
H Cassandra Wilson στο εξώφυλλο του Jazz & Τζαζ [τεύχος #75, Ιούνιος 1999]

Το μεγάλο άλμπουμ της Cassandra Wilson, λίγο πριν από το τέλος του αιώνα, είχε τίτλο “Traveling Miles” [Blue Note, 1999] και περιείχε συνθέσεις από το ρεπερτόριο του Miles Davis, στις οποίες η Wilson είχε βάλει στίχους, μετατρέποντάς τες σε ολοκληρωμένα τραγούδια. Κι εκείνος ο δίσκος είχε κάνει μεγάλη εντύπωση παντού και βεβαίως στην Ελλάδα. Το «Jazz & Τζαζ» κάνει για πρώτη φορά εξώφυλλο, την Wilson, στο εβδομηκοστό πέμπτο τεύχος του, τον Ιούνιο του 1999, ενώ σ’ ένα λίγο προηγούμενο τεύχος, το #73, από τον Απρίλιο του ’99, θα περιέγραφε η ίδια κάτι από τον τρόπο δημιουργίας του δίσκου της, σ’ ένα κείμενο του Γιώργου Χαρωνίτη:

«Ο Miles δεν συνεργαζόταν με τραγουδιστές (παρότι του άρεσαν ο Frank Sinatra και η Billie Holiday), επειδή ο ίδιος ήταν τραγουδιστής. Η προσέγγισή του στην τρομπέτα ήταν τραγουδιστική. Και αυτό το καταλαβαίνει κανείς από τον τρόπο που φραζάρει στην τρομπέτα του. Αυτό με βοήθησε να πιάσω τον μελωδισμό του και να βγάλω στίχους, πράγμα που, γενικά, δεν είναι εύκολο – ειδικά με κομμάτια όπως το “Seven steps”, που έχει έναν ισχυρό bebop χαρακτήρα κι ήταν δύσκολο να το κάνω πραγματικό σημερινό τραγούδι. Στο “Someday my prince will come” τα πράγματα ήταν πολύ πιο απλά, ενώ στο “E.S.P.” κάναμε αναθεωρήσεις, δουλέψαμε ξανά την αρμονία και μετά ήρθαν οι στίχοι. Για να βάλεις μια ιστορία μέσα σ’ ένα μουσικό κομμάτι σημαίνει πως πρέπει να το αποδομήσεις, να μελετήσεις τα στοιχεία του και μετά να το ξαναφτιάξεις. Να κρατήσεις την ενέργεια που έχει μέσα του, και να δείξεις στους μουσικούς έναν άλλο δρόμο προσέγγισης».

Φυσικά, όταν οι μουσικοί είναι της κλάσης των Dave Holland & Lonnie Plaxico κοντραμπάσο, Steve Coleman άλτο σαξόφωνο, Mino Cinelu κρουστά, Regina Carter βιολί, Pat Metheny κλασική κιθάρα, Angelique Kidjo φωνητικά, προκύπτουν μόνον αριστουργήματα. Ακούμε από το “Traveling Miles” το “Never broken (E.S.P.)” του Wayne Shorter…

Ένα μικρό φρένο παρατηρείται στη δισκογραφική διαδρομή τής μεγάλης τραγουδίστριας, η οποία θα βρεθεί ξανά μαζί μας, το 2002, μέσω του δίσκου της “Belly of the Sun” [Blue Note]. Εδώ η Wilson επιστρέφει στις παλιές συνταγές και στα τραγούδια με τα οποία μεγάλωσε. Γι’ αυτό και διασκευάζει Band (“The weight”), Antônio Carlos Jobim (“Waters of March”), Mississippi Fred McDowell (“You gotta move”), James Taylor (“Only a dream in Rio”), Bob Dylan (“Shelter from the storm”) και πάντα Robert Johnson (“They’re Red Hot” ή “Hot Tamales”), ανακατεύοντάς τα όλα τούτα (και) με δικά της κομμάτια. Εδώ υπάρχει πολύ υψηλή κλάση, πείθοντας σε κάθε διάσταση και τον πλέον δύσπιστο. Είτε αυτός είναι fan της τζαζ, είτε του φολκ, είτε του blues…

Cassandra Wilson (1955-2026): η πορεία της μεγάλης τραγουδίστριας της τζαζ, που έφυγε πρόσφατα από τη ζωή
H Cassandra Wilson

Υποστηρίζοντας, πάντα, αυτή την ολιστική προσέγγιση στη λαϊκή μουσική της πατρίδας της η Wilson θα επανέλθει σχεδόν αμέσως, με τη συνέχεια του “Belly of the Sun”, που είχε τίτλο “Glamoured” [Blue Note, 2003]. Έξοχες ενορχηστρώσεις, σπουδαίοι μουσικοί (Calvin Jones, Brandon Ross, Teri Lynn Carrington, Gregoire Maret κ.ά.), υπεράνω υποψίας ρεπερτόριο (Sting, Bob Dylan, Willie Nelson, Muddy Waters, Abbey Lincoln) και ερμηνείες, οι οποίες κινούνται από συναρπαστικές και πάνω...

Ένα από τα πιο παράξενα άλμπουμ της Wilson υπήρξε το “Thunderbird” [Blue Note] από το 2006. Είναι η αλήθεια πως η τραγουδίστρια δεν μετακινείται από τις θέσεις που έχει σε σχέση με το αμερικανικό τραγούδι, όμως εδώ γίνεται περισσότερο bluesy, πιο ηλεκτρική κατά τόπους, πιο υποχθόνια και πιο εσωτερική, προτείνοντας έναν ήχο που μοιάζει κάπως παράταιρος για την Blue Note, φέρνοντας στη μνήμη μου, ορισμένες φορές, τις εταιρείες του Μισισιπή – και βασικά την Fat Possum. Η Wilson εξάλλου, γέννημα-θρέμμα του μεγάλου ποταμού, δεν αρνήθηκε ποτέ να την συγκαταλέγεις στις blueswomen. Ένα αργό, μαγικό και συνάμα διαβρωτικό και σαγηνευτικό άκουσμα είναι αυτό του “Thunderbird”, που φανερώνει την αδιαμφισβήτητη αξία της καλλιτέχνιδας (σαν περφόρμερ, ερμηνεύτρια, συνθέτρια, οτιδήποτε). Τον Ιούνιο του 2006 η Cassandra Wilson θα γινόταν για δεύτερη φορά εξώφυλλο στο «Jazz & Τζαζ» [τεύχος #159].

Μετά από το πείραμα του “Thunderbird”, που δεν εκτιμήθηκε όπως θα έπρεπε, η Wilson θα κλείσει τα 2000s με το πολυβραβευμένο “Loverly” [Blue Note, 2008], που θα τιμηθεί με Grammy για το “best jazz vocal album” εκείνης της χρονιάς. Λέμε για ένα «καθαρό» τζαζ άλμπουμ, που έγινε με στόχο τον μέσο ακροατή (δεν το λέω ως μομφή αυτό). Ωραία αισθήματα, πηγαία ευχαρίστηση και ακουστική θαλπωρή, στον υψηλότερο βαθμό, έτσι όπως θα εκλύονταν όλα αυτά από μια σειρά πρώτης τάξεως μουσικών, και φυσικά από μια πρωτοκλασάτη τραγουδίστρια. Ηχογραφημένο στην πατρίδα της, την Jackson του Μισισιπή, μα και στην Νέα Ορλεάνη, το “Loverly” είναι το τζαζ άλμπουμ της Cassandra Wilson από το οποίο αξίζει να ξεκινήσουν όλοι και όλες, πριν μετατοπιστούν στα παραμέσα.
Cassandra Wilson (1955-2026): η πορεία της μεγάλης τραγουδίστριας της τζαζ, που έφυγε πρόσφατα από τη ζωή
H Cassandra Wilson στο εξώφυλλο του Jazz & Τζαζ [τεύχος #159, Ιούνιος 2006]

Στη δεκαετία του 2010 η Wilson θα δώσει ακόμη τρεις προσωπικούς δίσκους, τους “Silver Pony” [Blue Note, 2010], “Another Country” [eOne, 2012] και “Coming forth by Day” [Legacy / Ojah Media Group, 2015], οι οποίοι διακρίνονται, πάντα, για το άρτιο αποτέλεσμα όλων των επιμέρους και άρα για το υψηλό επίπεδό τους (ιδίως ο τελευταίος της, που αποτελεί κι έναν φόρο τιμής στην Billie Holiday).

Τον Ιούλιο του 2013 η Cassandra Wilson θα εμφανιζόταν ξανά στο Sani Festival, στην Χαλκιδική, ενώ και το 2014, τον Απρίλιο, θα μας επισκεπτόταν για εμφανίσεις στο gazARTE, στο πλαίσιο της Blue Light To A New Dawn Tour. To πρώτο καθοριστικό άλμπουμ της στην Blue Note από το 1993 (“Blue Light 'Til Dawn”) είχε ήδη κλείσει μια 20ετία, με την επανέκδοση του 2014 να περιέχει και έξτρα υλικό (τρεις live εκδοχές των “Black crow” της Joni Mitchell, “Skylark” των Hoagy Carmichael / Johnny Mercer και “Tupelo honey” του Van Morrison). Αυτή ήταν η αφορμή για να μας επισκεφθεί για τρίτη και τελευταία φορά η χαρισματική τραγουδίστρια.

Η Cassandra Wilson θα φύγει από τη ζωή στην πόλη που γεννήθηκε, την Jackson του Μισισιπή, την 1η Σεπτεμβρίου 2026, στα 70 χρόνια της.

Πολυμέσα

© Kifisia-Life. All Rights Reserved.