Θωμάκος - Τραγωδία ή παρωδία;
- Κατηγορία ΚΥΡΙΟ ΑΡΘΡΟ
- 0 σχόλια
Γράφει ο Γιάννης Κατσίμπας
Πώς γίνεται ένας λαός ο οποίος έχει τόσο καψαλιστεί, να ανέχεται να τον κοροϊδεύουν μες στα μούτρα του
«Εγώ δεν συμμορφώνουμε κι αν τολμάνε, ας μην με ξαναψηφίσουν!» δηλώνει ο Βαγγέλης Αυλίτης ο οποίος όμως ως αντιδήμαρχος στο Δήμο Κηφισιάς με Δήμαρχο τον κουμπάρο του Γ. Θωμάκο, ούτε να χλευαστεί επιτρέπεται, ούτε να απολυθεί κινδυνεύει.
«Το σκισμένο χαρτί της αποδοκιμασίας σας (πλήθος πολιτών) ... το έχω καταθέσει αντί στεφάνου στο μνημείο των ελεύθερων δημοτικών συμβούλων που έπεσαν, υπερασπιζόμενοι στη μάχη μιας ανεξάρτητης Κηφισιάς, που εσείς σήμερα ως υποτακτικοί της μερίδας των συμφερόντων θέλετε να τα ξεπουλήσετε όλα».
Η ανωτέρω δήλωση του κυρίου Βαγγέλη Αυλίτη θα κέρδιζε πολλαπλάσια δημοσιότητα εάν συνοδευόταν από φωτογραφικό υλικό. Εάν –ακόμα καλύτερα- ο κύριος Αυλίτης καλούσε τα τηλεοπτικά κανάλια να απαθανατίσουν τις πράξεις του.
Τον φαντάζομαι να στέκει προσοχή εμπρός στο μνημείο κι ενώ μια μπάντα μουσικών-φίλων Χιωτάκη-Βάρσου θα παιανίζει το «Βροντάει ο Όλυμπος κι αστράφτει η Γκιώνα», να κουρελιάζει με αργές κινήσεις τα όσα υποστήριξε ο πρώην Δήμαρχος και να ακουμπάει τα κομμάτια του στο μάρμαρο.
Να αφήνει έπειτα ένα δάκρυ να κυλήσει και να ποτίσει τα λιγοστά γένια του και λίγο πριν αποχωρήσει, ένα πουλί –ένα λευκό, για την ακρίβεια, περιστέρι- να προσγειώνεται στον αριστερό του ώμο ή στην κορυφή του κεφαλιού του.
Πριν με κατηγορήσετε ότι φαντασιοκοπώ, σας θυμίζω πως ένα τέτοιο περιστέρι είχε καθίσει πάνω στα κορακίσια μαλλιά του Γιώργου Καρατζαφέρη κατά τον αγιασμό των υδάτων στην Κωνσταντινούπολη, το 2004. Ο ίδιος ο αρχηγός του ΛΑΟΣ δεν δίστασε να αξιοποιήσει το περιστατικό, υπονοώντας πως διαθέτει αποδεδειγμένα την ευλογία του Αγίου Πνεύματος.
Ώρες είναι να επαναληφθεί η ιστοριούλα αλλά ως φάρσα.
Σε τι διαφέρει η παρωδία από την τραγωδία;
Η πρώτη παριστάνει τη δεύτερη δίχως όμως να αποδέχεται τις συνέπειές της. Δέκα γυναίκες που τραγουδώντας και χορεύοντας το «έχετε γεια βρυσούλες», ρίχνονται στον γκρεμό είναι τραγικές ηρωίδες.
Δέκα γυναίκες, που με τον ίδιο τρόπο πηδάνε από ύψος είκοσι πόντων, συμμετέχουν σε μια παρωδία. Ή αλλιώς φάρσα. Για να προκαλέσει το γέλιο των θεατών, ο σκηνοθέτης πρώτα θα ζουμάρει στα συσπαζόμενα πρόσωπα των δήθεν Σουλιωτισσών και έπειτα θα δείξει το αντί βαράθρου σκαλοπάκι.
Για να προκαλέσει το γέλιο των πολιτών, ο σκηνοθέτης πρώτα θα παίξει στη διαπασών το κέλευσμα του Βαγγέλη Αυλίτη «εγώ δεν συμπράττω κι αν τολμάνε, ας με απολύσουν!» και έπειτα θα αποκαλύψει ότι ως αντιδήμαρχος και κουμπάρος του Δημάρχου στο διοικητικό Συμβούλιο της Κηφισιάς, ο κύριος Αυλίτης ότι όλα αυτά τα ομολογεί εκ του ασφαλούς όσο για τους λεονταρισμούς ότι παραιτούμαι είναι τροφή για χάνους και μπούφους.
Κατά την χαρισάμενη Μεταπολίτευση, η Κηφισιώτικη κοινωνία είχε γίνει ευεπίφορη σε κάθε λογής παρωδία. Αρκεί να θυμηθούμε τον Βασίλη Βάρσο να τριγυρνά στη πόλη κουτσένοντας με το ένα πόδι μπαταρισμένο για να ζητά την λύπη των πολιτών.
Κανείς όμως δεν ξέρει πως το ατύχημα με το τραυματισμό πόδι του προήλθε από την προσπάθεια ζευγαρώματος ενός αρσενικού πόνυ με φοράδα 50 τουλάχιστον εκατοστά πιο ψηλή. Όχι από την σπουδή του στο Δήμο.
Ή, λίγα χρόνια νωρίτερα, τους «δημοκρατικούς» δημάρχους να κηρύσσουν τους δήμους τους «αποπυρηνικοποιημένες ζώνες», λες και έτσι, εάν ξεσπούσε Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος, η Νέα Ερυθραία και η Ηλιούπολη θα προστατεύονταν από τις βόμβες νετρονίου.
Εμείς, εσείς κι εγώ, προφανώς καγχάζαμε με τα παραπάνω καμώματα. Κάποιοι άλλοι ωστόσο –περισσότεροι; λιγότεροι;- δεν μπορεί παρά να τα έπαιρναν στα σοβαρά...
Πως γίνεται ένας λαός ο οποίος έχει τόσο καψαλιστεί, να ανέχεται να τον κοροϊδεύουν μες στα μούτρα τύποι που προφανώς ελάχιστα έχει ιδρώσει το αυτί τους απ' την διαχείριση Θωμάκου; Που ζούνε όπως πρώτα και καλύτερα;
Η φαρσική χρήση των συμβόλων ήταν ίσως αναμενόμενη σε μια Κηφισιά η οποία έχοντας ξεφύγει από τους ηρωισμούς και από τα δράματα του παρελθόντος, είχε την πολυτέλεια να τα εξωραΐζει και να τα νοσταλγεί.
Εξηντάρηδες άκουγαν αντάρτικα δίπλα στις πισίνες τους. Δεκαπεντάρηδες έπαιρναν ύφος Τσε Γκεβάρα και κατελάμβαναν σχολεία. Συνέπειες δεν υπήρχαν για σχεδόν κανέναν. Όλοι σερφάριζαν ανέμελα στην ελαφρότητα των καιρών.
Με τη χρεοκοπία του κράτους το 2010, σύσσωμος ο ελληνικός λαός έπεσε από τα σύννεφα. Ομοίως όταν στο τσακ έχασε τις εκλογές και, την χρυσή κουτάλα ο Ν. Χιωτάκης.
Και τσακίστηκε.
Τα σχέδιά μας για το μέλλον ακυρώθηκαν μέχρι νεοτέρας. Στερηθήκαμε, το χειρότερο, κάθε αίσθημα ασφάλειας. Θα περίμενε κανείς ότι στις νέες, δεινές συνθήκες, η παρωδία θα εξαφανιζόταν δια ροπάλου από τον δημόσιο βίο μας. Πως εφόσον σοβάρεψαν τόσο απότομα τα πράγματα, θα σοβάρευαν και τα πρόσωπα. Φευ!
Η εποχή της μεταμοντέρνας Κηφισιάς έθρεψε τις πλέον φαρσικές, τις πιο γκροτέσκες καταστάσεις και μορφώματα που έχουμε αντικρύσει στη ζωή μας.
Πλάι στο τέρας του νεοναζισμού, θαυμάσαμε τους Δημάρχους μας να μην ξέρουν που πάνε τα τέσσερα, που μπερδεύουν τους υδατάνθρακες με τους υδρογονάνθρακες
Ο Βαγγέλης Αυλίτης δεν αποτελεί παρά τον τελευταίο τροχό αυτής της παρδαλής αμάξης, που περιφέρεται ανά την Κηφισιά και στήνει ακόμα παραστάσεις –στα σουβλατζίδικα- με εντυπωσιακή επιτυχία...
Το δυσαπάντητο για μένα ερώτημα είναι πως γίνεται ένας λαός ο οποίος έχει τόσο καψαλιστεί, να ανέχεται να τον κοροϊδεύουν μες στα μούτρα τύποι που προφανώς ελάχιστα έχει ιδρώσει το αυτί τους απ' την κρίση;
Που ζούνε όπως πρώτα και καλύτερα; Πώς τα καταφέρνουν σαλντιμπάγκοι τελευταίας διαλογής να κερδίζουν, να μαγνητίζουν, να κατευθύνουν την κοινή γνώμη;
«Το γαρ πολύ της θλίψεως γεννά παραφροσύνη...» θα έλεγε ο Σκοπελίτης λόγιος του 18ου αιώνα, Καισάριος Δαπόντες. Ενδεχομένως πάλι, όταν πριν από την ποιοτική ζωή έχει καταρρεύσει η παιδεία, και η πιο αυτοκτονική αφέλεια του κόσμου να είναι απολύτως εξηγήσιμη...