Logo
Εκτύπωση αυτής της σελίδας

Πώς είναι δυνατόν η Κηφισιά να μην ευημερεί;

Γράφει ο Γιάννης Κατσίμπας

Βρίσκομαι στη Σπάρτη. 

Σηκώνω τα μάτια, αγναντεύω γύρω. Μπροστά μου το μουσείο και ο αρχαιολογικός χώρος. Η πλαγιά του Ταΰγετου όπου ορθωνόταν το κάστρο του Μυστρά, ο θησαυρός των Σπαρτιατών. Στο αριστερό μου χέρι, μέσα από τα ελαιόδεντρα, ξεπροβάλλει απλώνεται ο κάμπος της Σπάρτης. Στο βάθος διακρίνεται ο Ευρώτας. Πίσω μου, οι ταβέρνες της πόλης έχουν ανάψει κάρβουνα - η τσίκνα μπερδεύεται με το άρωμα της πρώιμης άνοιξης και κάνει την αναπνοή ακόμα πιο απολαυστική, ακόμα πιο ζωογόνο. 

Κατεβάζω τα μάτια, ενημερώνομαι ηλεκτρονικά από το κινητό μου για τις τελευταίες τοπικές ειδήσεις. Η συμπολίτευση καθυβρίζει -και καθυβρίζεται- από την αντιπολίτευση. Οι διοικούντες δεν ξέρουν –μήπως ποτέ ήξεραν- που πάνε τα τέσσερα. Δήμαρχος αντιδήμαρχοι, όλη η κουστωδία Θωμάκου αυτοεξευτελίζονται. Ο κόσμος αγκομαχά για να βγάλει το μήνα, αγωνιά εάν θα έχει περίθαλψη όταν αρρωστήσει, εάν θα έχει σύνταξη όταν γεράσει. Ο κόσμος ξεχνιέται με τηλεπαιχνίδια, με σκουπίδια τύπου Survivor που του σερβίρουν, με κοσμικά κουτσομπολιά, καβγάδες και έρωτες διασήμων που ουδείς γνωρίζει σε τι ακριβώς οφείλουν τη διασημότητά τους...

Ξανασηκώνω τα μάτια. Αδυνατώ σχεδόν να πιστέψω ότι ο τόπος που με περιβάλλει, η πόλη μου, είναι η πόλη που τα νέα της έχω μόλις διαβάσει. 

Το ίδιο μου έχει συμβεί στη Μάνη, στο Μεσολόγγι, στα Τρίκαλα. Και στη Πάρνηθα, βλέποντας την Κηφισιά να κοιμάται στα πόδια του. Και στο ρέμα της Χελιδονούς, ακούγοντας κατακαλόκαιρο τζιτζικοσερενάτες. Και στην αυλή μου ακόμα στην Κηφισιά, όπου τα χελιδόνια έχτισαν προχθές φωλιά. 

Δεν πρόκειται για εφηβικό ρομαντισμό ούτε και για μεσήλικη νοσταλγικότητα. Η έκπληξή μου δεν είναι κατ' ελάχιστον ποιητική, αρχαιόπληκτη, εθνικιστική σαν εμβατήριο είτε επιτηδευμένα μελαγχολική σαν έντεχνο τραγούδι. Η έκπληξή μου είναι αυθόρμητη και ακατέργαστη: Πώς γίνεται μια πόλη σαν την Κηφισιά να μην ευημερεί; Πώς διάολο συμβαίνει να παλινδρομούμε, τόσα χρόνια τώρα, από το "Δόξα τω Θεώ..." στο "Βοήθα Παναγία μου!"; Να κάνουμε ένα βήμα εμπρός κι αμέσως μισό βήμα πίσω, να θαμπωνόμαστε με τζούφια ή κακομεταφρασμένα ή έωλα οράματα -να πάρουμε την Πόλη πίσω, να ακολουθήσουμε τον Τρίτο Δρόμο προς τον θρησκευτισμό Θωμάκου, να παίζουμε ζουρνά και τακτικά να ψευτοϊσορροπούμε στο χείλος του γκρεμού και να ικετεύουμε την μαύρη μας τη μοίρα; 

Ζούμε ωστόσο στην Κηφισιά των εναλλασσόμενων κλιμάτων και τοπίων, την Αρχόντισσα Κηφισιά που και αυτή μέσα στις εκπτώσεις έκανε το δικό της σκόντο, στο Δήμαρχο, τον άνθρωπο που υποτίθεται θα έφερνε μια άλλη όψη στο ρυτιδιασμένο πρόσωπό της, σκαμμένο από τους ταγούς που αφού ασέλγησαν πάνω της, την κατάντησαν καθ’ εικόνα και ομοίωση δικιά τους. Σαν την μούρη τους

Πώς είναι δυνατόν η Κηφισιά να μην εξάγει ενέργεια παραγόμενη από τους πολίτες της; Την προφανή σκηνή όπου όλοι οι δημιουργοί θα λαχταρούσαν να παρουσιάσουν τη δουλειά τους, τόσο οι πρωτοποριακοί καλλιτέχνες, άνθρωποι του πολιτισμού, των γραμμάτων όσο και οι καθιερωμένοι σχεδιαστές μόδας; 

Η φράση "κάθε κάτοικος της Ελλάδας οφείλει να επισκεφθεί τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του την Κηφισιά" θα έπρεπε να ηχεί σε όλη την χώρα.

Η Κηφισιά θα μπορούσε να έχει επιβάλει τη μοναδικότητά της σε όλη την Ελλάδα, πέρα από συγκυρίες και ιδεολογήματα. Ο πλούτος που διαθέτει σε εικόνες, ήχους, γεύσεις και αρώματα, η άυλη υπεραξία κάθε σπιθαμής της υπερβαίνουν -θα υπερέβαιναν κανονικά- τις διεθνείς κρίσεις, τις γεωπολιτικές συγκρούσεις. 

Η κάθε πόλη -θα αντιτείνετε- διαθέτει απαράμιλλες καλλονές, καυχιέται και δικαίως για τη μοναδικότητά της.

Τα πάντα εξαρτώνται συνεπώς από τη νοοτροπία των κατοίκων; Γιατί λοιπόν τους Κηφισιώτες να καταπίνει ένα σύμπλεγμα ανωτεροκατωτερότητας, να αλέθονται ανάμεσα στο κλέος των αρχαίων προγόνων και την ισχύ των κάθε λογής λαμόγιων; Πώς γίνεται να ζουν και να πεθαίνουν βρίζοντας την κακή τους δήθεν τύχη; Μυρηκάζοντας στο διηνεκές χαμένες ευκαιρίες, αυτοκτονικούς ηρωισμούς, απελπισμένους έρωτες; Πώς είναι δυνατόν η πόλη πρότυπο της απόλαυσης να έχει καταντήσει επικράτεια της γκρίνιας, της μιζέριας, των πολιτικών της αρπαχτής, των πολιτών της μισαλλοδοξίας; 

Εάν ανατρέχαμε στις πηγές της κακοδαιμονίας, θα βρίσκαμε -ξέρω- πειστικότατες απαντήσεις.

Έχει ωστόσο νόημα να γλείφουμε ισοβίως τις πληγές μας; Να τις επιδεικνύουμε στον υπόλοιπο κόσμο μπας και μας λυπηθεί; Από το να καθαγιάζουμε τις ήττες, δεν θα ήταν προτιμότερο να προετοιμάζουμε τις νίκες μας; 

Δεν θέλει και πολύ. Δεν είναι τόσο δύσκολο. Ο ίδιος ο τόπος, το τοπίο, θα μας έδειχνε τον δρόμο. Αρκεί να ξεβουλώναμε τα αυτιά μας, τα οποία βουίζουν από τους καυγάδες, απ' τις στριγκλιές των χαλασοχώρηδων. Αρκεί να πλέναμε τα μάτια μας για να κοιτάξουμε λίγο πιο μακριά από την τετριμμένη, στείρα μας καθημερινότητα. Δεν θέλει και πολύ. 

"Κατά βάθος είναι ζήτημα φωτός" έλεγε ο Σεφέρης. 

Εδώ το φως υπάρχει -ακόμα- άπλετο.-

Τελευταία τροποποίηση στιςΠαρασκευή, 24 Μαρτίου 2017 19:03
© Kifisia-Life. All Rights Reserved.