Η εκτέλεση του Τσε Γκεβάρα - Από το ψέμα του 1967 στην αποκάλυψη του ομαδικού τάφου
Οι πρώτες ειδήσεις για τον θάνατο του Τσε Γκεβάρα, οι αμφιβολίες της οικογένειάς του και η αποκάλυψη του μυστικού του τάφου τρεις δεκαετίες αργότερα
Στις 9 Οκτωβρίου 1967, στο μικρό χωριό Λα Ιγκέρα της Βολιβίας, ο Ερνέστο «Τσε» Γκεβάρα, μία από τις ηγετικές φυσιογνωμίες της Κουβανικής Επανάστασης, εκτελείται από τον βολιβιανό στρατό, μία ημέρα μετά τη σύλληψή του.
Είναι μόλις 39 ετών.
Ο αργεντινός επαναστάτης είχε εγκαταλείψει την Κούβα με σκοπό να οργανώσει ένα νέο αντάρτικο κίνημα στη Λατινική Αμερική. Η επιχείρησή του στη Βολιβία, ωστόσο, καταλήγει στην αιχμαλωσία και τον θάνατό του.
Στις 10 Οκτωβρίου 1967, «ΤΟ ΒΗΜΑ» δημοσιεύει την πρώτη ανταπόκριση, υπό το ερώτημα: «Έχει φονευθεί ο “Τσε Γκεβάρα” εις Βολιβίαν;»
«Το ανώτατον αρχηγείον του βολιβιανού στρατού ανήγγειλεν σήμερον ότι ο πρώην ηγέτης της κουβανικής επανάστασεως Ερνέστο “Τσε” Γκεβάρα φαίνεται ότι συγκαταλέγεται μεταξύ των πέντε ανταρτών οι οποίοι φονεύθησαν ή ετραυματίσθησαν εις σύγκρουσιν των μετά των κυβερνητικών στρατευμάτων την παρελθούσαν Κυριακήν.
Η επίσημη ανακοίνωση
Την επομένη, στις 11 Οκτωβρίου 1967, «ΤΟ ΒΗΜΑ» μεταφέρει την επίσημη εκδοχή των βολιβιανών αρχών, σύμφωνα με την οποία ο επαναστάτης είχε σκοτωθεί κατά τη διάρκεια μάχης:
«ΤΟ ΒΗΜΑ», 11.10.1967, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»
«H βολιβιανή κυβέρνησις ανεκοίνωσεν επισήμως τον θάνατον του “Τσε” Γκεβάρα, όστις ηγείτο ανταρτικών ομάδων εις την Βολιβίαν και ήτο άλλοτε “η δεξιά χείρ” του Κουβανού δικτάτορος Φιντέλ Κάστρο.

Ο Φιντέλ Κάστρο (αριστερά) συνομιλεί με τον Ερνέστο «Τσε» Γκεβάρα τον Ιανουάριο του 1959, λίγο μετά τη νίκη της Κουβανικής Επανάστασης και την ανατροπή του δικτάτορα Φουλχένσιο Μπατίστα.
»Ανακοινωθέν, εκδοθέν υπό των βολιβιανών ενόπλων δυνάμεων, αναφέρει ότι ο Κουβανός κομμουνιστής ηγέτης ήτο μεταξὺ των επτά συνολικώς φονευθέντων εις σύγκρουσιν με κυβερνητικάς δυνάμεις την παρελθούσαν Κυριακήν, εις την περιοχήν της Χιγκουέρα.
»Εις το ανακοινωθέν προστίθεται ότι τέσσαρες ακόμη εκ των φονευθέντων συμμοριτών ήσαν κουβανικής εθνικότητας».
»Τα πτώματα του Γκεβάρα και των υπόλοιπων έξι κομμουνιστών συμμοριτών μετεφέρθησαν δι’ ελικοπτέρου εις την πόλιν Βίλλε Γκράντε, της οποίας οι ιατροδικαστικαί αρχαί εβεβαίωσαν την πρωΐαν τον θάνατον του Γκεβάρα.
»Μετά την λήψιν των αποτυπωμάτων του, εκ της οποίας διαπιστώθη τυπικώς η ταυτότης του αι αρμόδιοι αρχαί εταρίχευσαν τον νεκρόν».
Η αμφισβήτηση
Παρά τις επίσημες διαβεβαιώσεις, ο πατέρας του Γκεβάρα αμφισβητεί ανοιχτά όσα μεταδίδονται στα μέσα. Όπως αναφέρει το ίδιο δημοσίευμα:
«Από το Μπουένος Αϊρες μεταδίδεται ότι ο πατήρ του “Τσε” Γκεβάρα, ο οποίος ονομάζεται επίσης Ερνέστο, εχαρακτήρισεν ως “ψεύδος” την επίσημον βολιβιανήν ανακοίνωσιν περί του φόνου του υιού του.
“Δεν υπάρχει τίποτε, είπε το οποίον θα ηδύνατο να οδηγήση τινά εις το να πιστεύση ότι η είδησις περί του θανάτου του είναι αληθής”.
»Ο πατήρ Γκεβάρα, όστις ασκεί επιτυχώς το επάγγελμα του αρχιτέκτονος εις Μπουένος Άϊρες, εζήτησεν “αποδείξεις” περί του θανάτου του υιού του, προκαλέσας την κυβέρνησιν της Βολιβίας όπως δώση εις την δημοσιότητα τα εις χείρας της τεκμήρια, όπως δακτυλικά αποτυπώματα κ.λ.π».
Οι τελευταίες ώρες του Τσε
Τα χρόνια που ακολουθούν αποκαλύπτουν μια διαφορετική πραγματικότητα από εκείνη των πρώτων επίσημων ανακοινώσεων. Ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα δεν είχε σκοτωθεί σε μάχη. Είχε συλληφθεί τραυματισμένος στις 8 Οκτωβρίου και εκτελέστηκε την επόμενη ημέρα, στις 9 Οκτωβρίου 1967.
Τριάντα χρόνια μετά τον θάνατό του, «ΤΟ ΒΗΜΑ» της 13ης Ιουλίου 1997, επιστρέφει στην υπόθεση με το εκτενές δημοσίευμα: «Ο Τσε βγαίνει από τον τάφο του», φωτίζοντας τις τελευταίες ώρες της ζωής του, αλλά και το μυστήριο που για δεκαετίες περιέβαλλε την τύχη της σορού του.
«ΤΟ ΒΗΜΑ», 13.7.1997, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»
Το ρεπορτάζ ανατρέχει στην τελευταία αποστολή του επαναστάτη και στις συνθήκες της σύλληψής του:
«Ο Τσε Γκεβάρα έφτασε το 1966 στη Βολιβία με πολύ φιλόδοξα σχέδια: λογάριαζε να αρχίσει μια μαρξιστική επανάσταση ενάντια στον “ιμπεριαλισμό των γιάνκηδων” που θα απλωνόταν σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική.

Ο Ερνέστο «Τσε» Γκεβάρα στη Βολιβία το 1967, κατά τη διάρκεια της αντάρτικης δράσης του στη χώρα, λίγους μήνες πριν από τη σύλληψη και την εκτέλεσή του.
»Οργάνωσε μια μικρή αντάρτικη ομάδα που έδρασε επί 11 μήνες στα βουνά, χωρίς καμία ουσιαστική επιτυχία. Ολόκληρος ο βολιβιανός στρατός, με ουσιαστική βοήθεια από τη CIA, τον κυνήγησε και τελικά κατάφερε να τον εντοπίσει μέσα στη ζούγκλα με τη βοήθεια αμερικανικών μηχανημάτων υψηλής τεχνολογίας. Ήταν η μόνη επιτυχία των στρατηγών της Βολιβίας…

Ο Ερνέστο «Τσε» Γκεβάρα (στο κέντρο) μετά τη σύλληψή του στη Βολιβία, τον Οκτώβριο του 1967, δίπλα στον πράκτορα της CIA Φέλιξ Ροντρίγκες (αριστερά), λίγο πριν από την εκτέλεσή του.
Η εκτέλεση
»Η ομάδα περικυκλώθηκε και ο Τσε συνελήφθη. Δεμένο πισθάγκωνα με την ίδια του τη ζώνη τον πυροβόλησε ένας έξαλλος λοχίας του βολιβιανού στρατού, ο Μάριο Τεράν, που μόλις την προηγούμενη ημέρα είχε χάσει τρεις φίλους του σε μάχη με τους αντάρτες.
»Παρών κατά την “εκτέλεση” ήταν και αμερικανός (κουβανικής καταγωγής) πράκτορας της CIA».
Η σορός του μεταφέρεται στο Βαγιεγκράντε και εκτίθεται δημόσια. Οι εικόνες του νεκρού Γκεβάρα κάνουν τον γύρο του κόσμου, ενώ το σημείο της ταφής του παραμένει άγνωστο.
«Έτσι, για να παινευτούν και για να τον διαπομπεύσουν, παρουσίασαν τον νεκρό ήρωα, που έγινε ίνδαλμα της παγκόσμιας σπουδάζουσας νεολαίας, μέσα στο πλυσταριό του νοσοκομείου. Με τα μάτια ανοικτά, λες και ζούσε ακόμη, τον φωτογράφησαν οι δημοσιογράφοι και τον προσκύνησαν “ενδόμυχα” οι ντόπιοι που πέρασαν δήθεν από περιέργεια. Λένε ότι οι νοσοκόμες που έπλυναν το σώμα τον έβλεπαν σαν τον Χριστό. Κάποιες έκοψαν για φυλακτό μερικές τρίχες από τα μαλλιά και τα γένια του.
»Αυτό το ιδιότυπο “προσκύνημα” τελείωσε σε 24 ώρες. Στο νοσοκομείο ήδη έσπευδε ο αδερφός του Γκεβάρα για να παραλάβει τη σορό. Όταν έφτασε όμως του είπαν ότι ήταν ήδη πολύ αργά: το πτώμα ισχυρίστηκαν ότι είχε πάει στο κρεματόριο».
Όπως αποκαλύπτεται αργότερα, η απάντηση αυτή δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Ωστόσο, το ρεπορτάζ καταγράφει ότι: «το μόνο σίγουρο είναι ότι είχαν κόψει τα χέρια του νεκρού και στη συνέχεια, κατά πάσα πιθανότητα, τα έστειλαν στην Κούβα για να αποδειχτεί από τα δακτυλικά αποτυπώματα ότι ο Τσε ήταν πράγματι νεκρός».
Τα χέρια που είχαν αφαιρεθεί από τη σορό, τριάντα χρόνια αργότερα, θα αποτελούσαν ένα από τα στοιχεία για την αναγνώριση των λειψάνων του.
Το μυστικό που αποκαλύφθηκε 30 χρόνια αργότερα
Για σχεδόν τρεις δεκαετίες, η τύχη της σορού του Τσε Γκεβάρα παρέμενε ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια γύρω από τον θάνατό του.
Το 1995, μια συνάντηση του βιογράφου του, Τζον Λι Άντερσον, με τον απόστρατο στρατηγό Μάριο Βάργκας Σαλίνας αποδεικνύεται καθοριστική. Ο Σαλίνας, που το 1967 υπηρετούσε ως νεαρός αξιωματικός, γνώριζε πού είχε ταφεί ο Γκεβάρα.
Το δημοσίευμα του 1997 περιγράφει τη στιγμή κατά την οποία ο συγγραφέας, λίγο πριν ολοκληρώσει τη συνέντευξη, θέτει μία τελευταία ερώτηση:
«Έχοντας τελειώσει τη συνέντευξη και τακτοποιώντας τις σημειώσεις του, ρωτάει ο Αντερσον – έτσι, για να πει κάτι:
“Τι να έγινε άραγε το πτώμα του Τσε;”
“Μα αυτό περίμενα να με ρωτήσετε τόση ώρα…” απαντάει ο στρατηγός.
»Και το μαγνητοφωνάκι πήρε φωτιά. Ο στρατηγός τα είπε όλα με το νυ και με το σίγμα. Και έτσι για πρώτη φορά μαθεύτηκε η ημερομηνία και ο τόπος όπου είχε δεχτεί το σώμα του Τσε Γκεβάρα.
»Στη Βαγεγκράντε, επάνω στα βουνά, δίπλα σε έναν πρόχειρο διάδρομο προσγείωσης στοοροπέδιο 150 μίλια δυτικά από τη Σάντα Κρουζ».
Ο απόστρατος στρατηγός περιγράφει τη μυστική ταφή του Γκεβάρα και των έξι συντρόφων του, με τη βοήθεια ενός οδηγού που είχε αναλάβει να εξαφανίσει τα πτώματα:
«Ο οδηγός, ο Τικόνα (δεν θυμάται πια το επώνυμό του – ούτε και το ‘μαθε ποτέ), που είχε χαθεί για λίγη ώρα, εμφανίστηκε οδηγώντας μπουλντόζα… Έσκαψε ένα μεγάλο λάκκο.
»Πήγε μετά στο φορτηγό, το μανουβράρισε να ευθυγραμμιστεί η καρότσα με το όρυγμα και μετά άρχισε την ανατροπή.
»Τέλος, ξαναγύρισε στην μπουλντόζα και σκέπασε τα επτά πτώματα με το φρεσκοσκαμμένο χώμα. Ισοπέδωσε τον ομαδικό τάφο και αμέσως μετά μπήκαν και οι τρεις – ο οδηγός και οι δύο νεαροί αξιωματικοί – στο φορτηγό και άφησαν πίσω τους το Βαγεγκράντε».
Οι έρευνες για την ανεύρεση των οστών
Η μαρτυρία προκάλεσε αντιδράσεις και διαψεύθηκε από τις στρατιωτικές αρχές της Βολιβίας. Ωστόσο η δημοσιοποιήσή της άνοιξε τον δρόμο για την έναρξη ερευνών:
«Η ανεύρεση των οστών δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Οι ανασκαφές στο Βαγεγκράντε άρχισαν τον Νοέμβριο του 1995, αλλά ο στρατηγός δεν είχε προσδιορίσει το ακριβές σημείο της ταφής».
Οι εργασίες συνεχίστηκαν με τη συμμετοχή Βολιβιανών, Αργεντινών και Κουβανών επιστημόνων, μέχρι που το καλοκαίρι του 1997 το μυστήριο άρχισε να λύνεται:
«Και – επιτελους – στις 26 Ιουνίου βρέθηκε ο ομαδικός τάφος με τους επτά σκελετούς. Από τη θέση των οστών φάνηκε ότι τα πτώματα είχαν πεταχτεί φύρδην μίγδην».
«ΤΟ ΒΗΜΑ» της 13ης Ιουλίου 1997 μεταφέρει την επίσημη επιβεβαίωση της ταυτοποίησης:
«Ναι, ανήκουν πράγματι στον Τσε τα οστά που βρέθηκαν στον ομαδικό τάφο του Βαγιεγκράντε, στη Βολιβία. Το ανεκοίνωσε επίσημα η κουβανική κυβέρνηση, μέσω της “Γκράνμα”, της επίσημης εφημερίδας του Κομμουνιστικού Κόμματος, προσθέτοντας ότι στον ίδιο τάφο υπήρχαν τα οστά και τριών άλλων συμπολεμιστών του μεγάλου επαναστάτη».
Η αναγνώριση του Γκεβάρα βασίστηκε, μεταξύ άλλων, στην απουσία των χεριών από έναν από τους σκελετούς, καθώς και σε ευρήματα που συνδέονται με τη μεταχείριση της σορού του μετά την εκτέλεση. Όπως έγραφε και το δημοσίευμα:
«Είναι αυτός ο ένας από τους επτά σκελετούς του Βαγεγκράντε, γιατί βρέθηκε χωρίς χέρια και στις τσέπες του αμπέχονου με το οποίο τον είχαν τυλίξει βρέθηκαν ίχνη γύψου. Είναι γνωστό ότι τη νύχτα όπου του έκοψαν τα χέρια στο νοσοκομείο του Βαγεγκράντε ένας γιατρός πήρε γύψινα εκμαγεία του προσώπου του».
Η επιστροφή στην Κούβα
Τρεις δεκαετίες μετά την εκτέλεσή του στη Βολιβία, ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα επέστρεψε στην Κούβα. Στις 17 Οκτωβρίου 1997, τα λείψανά του ενταφιάστηκαν με στρατιωτικές τιμές στη Σάντα Κλάρα, την πόλη όπου σχεδόν σαράντα χρόνια νωρίτερα είχε γράψει μία από τις σημαντικότερες σελίδες της επαναστατικής του δράσης.
Εκεί φυλάσσονται μέχρι σήμερα, μαζί με τα λείψανα των συντρόφων του από την εκστρατεία στη Βολιβία.
Πηγή: Το Βήμα