Νέα ισχυρά όπλα στη μάχη κατά του καρκίνου
Η ερευνήτρια Μαρία Θέμελη, επίκουρη καθηγήτρια Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ, έχει κερδίσει το βραβείο του επίστημονα της χρονιάς στην Ολλανδία και αναδεικνύεται σε πρωταγωνίστρια της μάχης για τη θεραπεία του αιματολογικού καρκίνου. Κρατώντας στα χέρια της το βραβείο Καινοτομίας «Αργώ» - που απονέμεται σε Έλληνες που ζουν και διαπρέπουν στο εξωτερικό - είπε ότι η δουλειά της που αφορά τη θεραπεία για τον καρκίνο είναι κάτι αυτονόητο για την ίδια. Η καινοτομία στην οποία αφορά το βραβείο «Αργώ» είναι μία πατέντα - που βρήκε με την ομάδα της - μεθόδου παραγωγής κυττάρων (CAR-T κυττάρων) που καταπολεμούν τον καρκίνο.
«Λαμβάνω τόση ικανοποίηση και έμπνευση από τη νοητική και πρακτική ερευνητική εργασία που για εμένα το να είμαι στο εργαστήριο το σαββατοκύριακο ή να δουλεύω γράφοντας νέες ιδέες το βράδυ δεν μοιάζει θυσία. Και ευτυχώς, ο άντρας μου είναι και αυτός ερευνητής στον ίδιο τομέα και μοιραζόμαστε την ίδια αγάπη για την επιστήμη» τονίζει η κ. Θέμελη σε συνέντευξη που παραχώρησε στο Αθηναϊκό Πρακτορείο και τον Μιχάλη Κεφαλογιάννη.
Πλέον σκοπός της Μαρίας Θέμελη είναι να κάνει την πατέντα για τη μέθοδο παραγωγής κυττάρων (CAR-T κυττάρων) που καταπολεμούν τον καρκίνο, προσβάσιμη σε όλους, γιατί, όπως πιστεύει, η θεραπεία για τον καρκίνο δεν μπορεί να είναι προνόμιο λίγων. «Υπάρχουν δυσκολίες διότι οι δύο φαρμακευτικές εταιρίες που προσφέρουν την παραγωγή CAR-T, Novartis και Kite Pharma, έχουν δώσει τεράστιο κόστος, περίπου 350 χιλιάδες ευρώ, ενώ το κόστος παραγωγής σε ακαδημαϊκό επίπεδο δεν ξεπερνάει τις 50 χιλιάδες ευρώ», σημειώνει και προσθέτει: «Αυτό δεν με ευχαριστεί καθόλου, καθώς κάνει δύσκολη την εφαρμογή της θεραπείας έξω από το επίπεδο κλινικής μελέτης, αφού τα ασφαλιστικά ταμεία σε όλη την Ευρώπη δεν διατίθενται να καλύψουν ένα τέτοιο κόστος».
Η ίδια πιστεύει πως η ανοσοθεραπεία μόνη της ή σε συνδυασμό με άλλες φαρμακευτικές θεραπείες, έχει την προοπτική να βελτιώσει κατά πολύ το ποσοστό επιβίωσης των πασχόντων από συγκεκριμένους τύπους καρκίνου. «Γίνονται αυτή τη στιγμή μελέτες σε κλινικό και προκλινικό επίπεδο για τη χρήση των CAR-T και σε περιπτώσεις συμπαγών καρκίνων, όμως εκεί τα πράγματα είναι πιο δύσκολα και τα αποτελέσματα όχι τόσο εντυπωσιακά. Η ομάδα μας μαζί με επιστήμονες σε όλο τον κόσμο προσπαθούμε να βρούμε λύσεις σε αυτά τα προβλήματα και ελπίζω να υπάρξουν σύντομα βελτιώσεις των αποτελεσμάτων της θεραπείας με CAR-T και σε άλλους τύπους καρκίνου. Δυστυχώς εκεί που νομίζουμε ότι τελειώνουμε το παζλ, ξάφνου εμφανίζονται καινούρια κομμάτια. Κι αυτό γιατί ο καρκίνος είναι μια εξαιρετικά πολυμορφική ασθένεια», επισημαίνει.
Τα λεμφοκύτταρα αυτά έχουν δείξει εντυπωσιακά θεραπευτικά αποτελέσματα σε περιπτώσεις λευχαιμίας και λεμφώματος. Με απλά λόγια τα CAR-T δεν είναι τίποτα άλλο από τα λεμφοκύτταρα του ίδιου του ασθενούς, ενισχυμένα στο εργαστήριο.Αυτά συλλέγονται με μια διαδικασία που λέγεται λευκαφαίρεση, που μοιάζει με αιμοδοσία. Αφού συλλεχθούν μεταφέρονται σε ειδικό εργαστήριο όπου με τεχνικές μοριακής βιολογίας μετατρέπονται γενετικά έτσι ώστε να φέρουν στην επιφάνειά τους τεχνητούς υποδοχείς που αναγνωρίζουν πρωτεΐνες πάνω στην επιφάνεια των καρκινικών κυττάρων. Αφού τα CAR-T αναγνωρίσουν ένα καρκινικό κύτταρο το σκοτώνουν.
Η εισαγωγή της θεραπείας με CAR-T άνοιξε ένα νέο μέτωπο αισιοδοξίας. Όμως προς το παρόν εφαρμόζεται ως εγκεκριμένη θεραπεία μόνο σε ανθεκτικές περιπτώσεις παιδικής οξείας λευχαιμίας και ως κλινική μελέτη σε άλλες περιπτώσεις. Αυτή τη στιγμή μακροπρόθεσμος στόχος είναι να καταστεί η θεραπεία με CAR-T περισσότερο προσβάσιμη για όλους τους ασθενείς και με μικρότερο κόστος, χωρίς να περιορίζεται από τα κοστολόγια των φαρμακευτικών εταιριών. Αυτή τη στιγμή, η ομάδα της Μαρίας Θέμελη στο VUmc στο Άμστερνταμ προσπαθεί να στήσει τις ανάλογες εγκαταστάσεις, έτσι ώστε να πραγματοποιούνται κλινικές μελέτες με CAR-T σε ακαδημαϊκό επίπεδο. Επίσης, όπως αποκαλύπτει «η ομάδα μου συνεχίζει να ερευνά την βέλτιστη και αποτελεσματική χρήση βλαστικών κυττάρων με στόχο την ανεξάντλητη παραγωγή CAR-T που θα μπορούν πλέον να αποθηκεύονται και να χορηγούνται on demand, όπως σήμερα η χημειοθεραπεία».