Παγιδευμένες κουβέρτες και παιχνίδια
OΑλεξ Καλίνικος, καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο King’s College του Λονδίνου, γεννήθηκε στη Ροδεσία, τη σημερινή Ζιμπάμπουε. Οταν πληροφορήθηκε τη μαζική τρομοκρατική επίθεση που πραγματοποίησε το Ισραήλ στον Λίβανο με παγιδευμένους βομβητές και ασυρμάτους, το μυαλό του πήγε κατευθείαν στη χώρα του. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 η ρατσιστική κυβέρνηση των λευκών αποικιοκρατών, που βρισκόταν υπό καθεστώς διεθνούς απομόνωσης, είχε θέσει σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα βιολογικού και χημικού πολέμου εναντίον των ανταρτών που συμμετείχαν στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα. Αφού πρώτα πραγματοποίησε πειράματα σε ανθρώπους, ο πρωθυπουργός Ιαν Σμιθ (παλιός αλεξιπτωτιστής της RAF) έδωσε εντολή να αρχίσουν να δηλητηριάζουν κουβέρτες και ρούχα τα οποία στη συνέχεια προωθούσαν μέσα από διαφορετικά κανάλια στους αντάρτες. Μεταξύ των βιολογικών παραγόντων που χρησιμοποιήθηκαν ήταν το βακτήριο Vibrio cholerae που προκαλεί τη χολέρα και ο βάκιλος του άνθρακα που προκαλεί τη νόσο του άνθρακα, ενώ πειραματίζονταν με τεχνικές που θα προκαλούσαν τύφο. Με το πρόγραμμα αυτό δολοφονήθηκαν τουλάχιστον 1.000 άτομα, αν και ορισμένοι ιστορικοί ανεβάζουν κατά πολύ τον αριθμό των θυμάτων.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες βέβαια συνέχισαν να αναπτύσσουν ανάλογες τεχνικές και μετά το τέλος του Β' Παγκόσμιου Πολέμου. Οπως εξηγούσε πρόσφατα η ηλεκτρονική έκδοση The Intercept, σε αρχεία του αμερικανικού Πενταγώνου, από το 1965 και το 1966, έχουν βρεθεί λεπτομερή εγχειρίδια για τις καλωδιώσεις που απαιτούνται για να παγιδεύσεις καθημερινά αντικείμενα, από τηλέφωνα και τηλεοράσεις μέχρι κουζινικά και κρεβάτια. «Ακόμη και μια πολύ μικρή ποσότητα εκρηκτικών (σε ένα τηλέφωνο) μπορεί να προκαλέσει πολύ σοβαρό τραυματισμό» ανέφεραν τα εγχειρίδια του αμερικανικού στρατού.
Ανάμεσα στις διασημότερες επιθέσεις με παγιδευμένα τηλέφωνα συγκαταλέγεται η δολοφονία το 1972 στο Παρίσι του εκπροσώπου της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, Μαχμούντ Χαμσάρι, και του Γιαχία Αγιάς της Χαμάς το 1996 στη Γάζα. Πολύ πιο σκοτεινές όμως ήταν οι καταγγελίες που έφταναν για χρόνια από τον Λίβανο.
Toν Σεπτέμβριο του 2000 το γραφείο του βρετανικού υπουργείου Εξωτερικών στη Βηρυτό κατέθεσε αναφορά στην οποία σημείωνε ότι εκτός από νάρκες κατά προσωπικού σε περιοχές του Νότιου Λιβάνου βρέθηκαν παιδικά παιχνίδια παγιδευμένα με εκρηκτικά, τα οποία «φέρονταν να έριξαν ισραηλινά αεροσκάφη». Το Ισραήλ είχε διαψεύσει οποιαδήποτε εμπλοκή με δηλώσεις αξιωματούχων του στο Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων. Παρόμοιες καταγγελίες είχαν συμπεριλάβει σε έκθεσή τους προς την Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Παιδιού του ΟΗΕ το Ιδρυμα Χαρίρι του Λιβάνου αλλά και το αμερικανικό Ινστιτούτο Λέμκιν.
Το Ισραήλ μπορεί λοιπόν να διέπρεψε στις τρομοκρατικές επιθέσεις με παγιδευμένες συσκευές αλλά απέκτησε την τεχνογνωσία πατώντας στις πλάτες γιγάντων… ή τεράτων. Παρά τη φρίκη που προκαλεί όμως η συγκεκριμένη τρομοκρατική ενέργεια είναι, εν τέλει, ελάχιστα αποτελεσματική. Οι Ιταλοί φασίστες δεν μακροημέρευσαν ενώ τα εκρηκτικά στα πούρα του Φιντέλ Κάστρο αντιμετωπίζονται σαν ανέκδοτο στον κόσμο των μυστικών υπηρεσιών. Οσο για τις μολυσμένες κουβέρτες της Ροδεσίας, όπως κατέληγε σε μήνυμά του στο Twitter ο Αλεξ Καλίνικος, «ήταν ένα εξίσου τυφλό τρομοκρατικό σχέδιο (με αυτό του Ισραήλ). Τελικά έχασαν τον πόλεμο. Οπως θα τον χάσουν και οι σιωνιστές».
Πηγή: info-war.gr