Η εκπαίδευση ως «αγαθό πολυτελείας»
Η αύξηση των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων κάθε βαθμίδας διεθνώς θορύβησε πλέον το Συμβούλιο για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα του ΟΗΕ
Ας αρχίσουμε από τη σκληρή πραγματικότητα των αριθμών. Στις ΗΠΑ αυτή τη στιγμή το χρέος από φοιτητικά δάνεια φτάνει το κολοσσιαίο ποσό των 1,75 τρισ. δολαρίων. Ψυχραιμία, γίνεται και χειρότερο. Το 45% του πληθυσμού της χώρας έχει χρεωθεί για να σπουδάσει. Οι μισοί από αυτούς δηλώνουν αδυναμία ή πολύ μεγάλη δυσκολία να εξυπηρετήσουν τα δάνειά τους. Το χρέος είναι ξεκάθαρα μη βιώσιμο και η κυβέρνηση Μπάιντεν είναι αντιμέτωπη με μια πρωτοφανή κρίση.
Εκπαίδευση και κοινωνικός αποκλεισμός
Η κρίση των φοιτητικών δανείων σε χώρες όπως οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο φέρνει στο προσκήνιο το πιο σημαντικό ερώτημα, που δεν είναι βέβαια αν θα πληρωθούν τα δάνεια αυτά, αλλά το κόστος -οικονομικό και κοινωνικό- αυτού του είδους των σπουδών. Η πανεπιστημιακή εκπαίδευση ως «αγαθό πολυτελείας» δεν μπορεί να απευθύνεται παρά μόνο στους λίγους ή σε όσους είναι διατεθειμένοι να χρεωθούν πέρα από τις δυνατότητές τους προκειμένου να πάρουν ένα πτυχίο. Όπως και η ιδιωτική εκπαίδευση γενικότερα. Το ποσοστό των παιδιών που παρακολουθούν ιδιωτικά σχολεία έχει αυξηθεί θεαματικά τα τελευταία χρόνια, και όχι μόνο στον αναπτυσσόμενο κόσμο, όπως θα περίμενε κανείς. Η Γερμανία είναι ένα καλό παράδειγμα. Παρότι στη χώρα η δημόσια εκπαίδευση κερδίζει κατά κράτος, όλο και περισσότεροι άνθρωποι στρέφονται στα ιδιωτικά σχολεία ή πανεπιστήμια.
Είναι προφανές ότι οι ανησυχίες για την εμπορευματοποίηση ενός δημόσιου αγαθού, όπως είναι η Παιδεία, αυξάνονται, εξάλλου τα ίδια ερωτήματα αντιμετωπίζουμε και στα καθ’ ημάς με την κουβέντα για το άρθρο 16. Τα ερωτήματα που προκύπτουν δεν είναι απλά, όσο κι αν οι απαντήσεις φαίνονται προφανείς. Η αύξηση των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων κάθε βαθμίδας διεθνώς ώθησε το 2016 το Συμβούλιο για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, για πρώτη φορά στην ιστορία του, να υιοθετήσει μια απόφαση με την οποία καλούσε τα μέλη του να ελέγχουν με μεγαλύτερη αυστηρότητα τα ιδιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα (UNHRC, 2016). Αυτή η ιστορική απόφαση ήταν η συνέπεια φόβων ότι η αύξηση της ιδιωτικής εκπαίδευσης θα οδηγούσε σταδιακά στην πλήρη εμπορευματοποίηση της Παιδείας και θα ενίσχυε τον κοινωνικό αποκλεισμό. Το σκεπτικό της απόφασης βασίστηκε σε έρευνες που δείχνουν ότι η ιδιωτική εκπαίδευση πράγματι απευθύνεται όλο και περισσότερο στα υψηλά κοινωνικά και οικονομικά στρώματα, καθώς οι οικονομικές κρίσεις κατέστησαν απαγορευτικό για τους μη προνομιούχους να ονειρεύονται μια θέση σε ιδιωτικά σχολεία και πανεπιστήμια.
Οσο οι οικονομικές ανισότητες αυξάνονται, τόσο η κοινωνική κινητικότητα μειώνεται. Οι ελπίδες των μη προνομιούχων να σπουδάσουν σε ένα «καλό» ιδιωτικό πανεπιστήμιο και άρα να παίξουν οι ίδιοι δυνατά στον ανταγωνισμό όλο και συρρικνώνονται. Άλλες έρευνες καταδεικνύουν ότι οι απόφοιτοι των ακριβών ιδιωτικών πανεπιστημίων έχουν πολύ μεγαλύτερες πιθανότητες να απορροφηθούν στην αγορά εργασίας, και φυσικά με πολύ μεγαλύτερους μισθούς. Στην Ευρώπη οι μόνες δύο χώρες που προσώρας έχουν μόνο δημόσια Τριτοβάθμια Εκπαίδευση είναι η Ελλάδα και το Λουξεμβούργο. Στις υπόλοιπες υπάρχει τριπλό σύστημα: δημόσια πανεπιστήμια, ιδιωτικά πανεπιστήμια και ιδιωτικά πανεπιστήμια που στηρίζονται οικονομικά από τα κράτη. Αυτό σημαίνει ότι το κράτος επιδοτεί (σε διάφορα ποσοστά) τα δίδακτρα, με αποτέλεσμα ένας μαθητής να μπορεί να πληρώνει λίγα ή ελάχιστα. Η Φινλανδία, το Βέλγιο, το Λιχτενστάιν και η Λετονία είναι «πρωταθλητές» σε τέτοιου είδους πανεπιστημιακά ιδρύματα, ο μέσος όρος των οποίων στην Ε.Ε. είναι περίπου 20%. Οι κρατικές επιδοτήσεις στα ιδιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα ποικίλλουν σε ποσοστό, από 20% έως 80%. Αξιοσημείωτη είναι η περίπτωση της Κύπρου, η οποία έχει το υψηλότερο ποσοστό ιδιωτικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στην Ε.Ε. Το 75% των πανεπιστημίων στην Κύπρο είναι καθαρά ιδιωτικά και το υπόλοιπο 25% δημόσια, χωρίς να υπάρχουν μεταξύ αυτών ιδρύματα που δέχονται κρατικές επιχορηγήσεις.
Εκπαίδευση και κοινωνία δύο ταχυτήτων

Συμπερασματικά, η ιδιωτική και η δημόσια εκπαίδευση μπορεί να μην δημιουργούν μια κοινωνία δύο ταχυτήτων, σαφέστατα όμως τη συντηρούν. Καθώς πλέον είναι σαφές ότι είναι μάλλον αδύνατον να αποφύγει ακόμη και η Ελλάδα τη σύσταση ιδιωτικών πανεπιστημίων ή τη μετονομασία κάποιων ιδιωτικών ΙΕΚ σε τέτοια, το ζήτημα είναι πώς μπορεί αυτή η συνθήκη να μην οδηγεί ακόμη περισσότερο σε κάθε είδους κοινωνική διάκριση και αποκλεισμό.
Μια λύση είναι η εποπτεία των ιδιωτικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων από το κράτος, ώστε να τηρούνται κάποιοι γενικοί κανόνες κοινωνικής συμπερίληψης. Φυσικά, δεν μπορείς εύκολα να υποχρεώσεις μια ιδιωτική εταιρεία να συμμορφωθεί με τέτοιους κανόνες, μπορείς όμως να την επιχορηγήσεις και να θέσεις τους κανόνες στους όρους της επιχορήγησης. Τα παραδείγματα υπάρχουν. Στη Γερμανία, π.χ., στο κρατίδιο της Ρηνανίας-Παλατινάτου, όλα τα ιδιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα επιχορηγούνται από το κράτος ώστε οι μαθητές και οι φοιτητές να μην πληρώνουν καθόλου δίδακτρα. Ως συνέπεια, παιδιά από χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα μπορούν να παρακολουθήσουν τα μαθήματα μαζί με εύπορους συμμαθητές τους.
Σε άλλες περιπτώσεις οι κρατικές επιχορηγήσεις συνδέονται με τον αριθμό των μαθητών και των φοιτητών που προέρχονται από οικογένειες με χαμηλά εισοδήματα και τα ιδιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα είναι υποχρεωμένα να παρέχουν λεπτομερείς πληροφορίες (αποκρύπτοντας την ταυτότητα των μη προνομιούχων παιδιών) για την κοινωνική και οικονομική σύσταση του φοιτητικού σώματος. Πάλι από τη Γερμανία, και συγκεκριμένα από το κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, έρχεται μια άλλη λύση: να υπάρχει όριο στα συνολικά έσοδα των ιδιωτικών σχολείων και σχολών. Εάν οι οικονομικές ανισορροπίες μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών σχολείων γίνουν πολύ μεγάλες, τα ιδιωτικά σχολεία θα γίνουν πιο ελκυστικά και θα προσελκύσουν ακόμη περισσότερους μαθητές, και κατά συνέπεια και χρήματα. Κι αυτό προφανώς δεν έχει ταβάνι. Στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία τα έσοδα από τα δίδακτρα συνυπολογίζονται στην κρατική χρηματοδότηση. Με λίγα λόγια, όσο πιο πολλά κέρδη έχει το ίδρυμα, τόσο λιγότερα χρήματα παίρνει από το κράτος.
Ολα αυτά είναι πάρα πολύ ωραία και τα περισσότερα εφαρμόσιμα, αρκεί να υπάρχει η ανάλογη πολιτική βούληση. Η σημασία της οποίας καταδεικνύεται γλαφυρά στο εξής: Ένα πολύ σημαντικό εμπόδιο στην κρατική «ρύθμιση» επί της ιδιωτικής Παιδείας είναι προφανώς οι ίδιοι οι άνθρωποι που την προτιμούν. Εάν πρόκειται το παιδί μου να σπουδάσει σε μια σχολή στην οποία έχει πρόσβαση και ο φτωχός, τότε εμένα τι με ξεχωρίζει; Αυτή η νοοτροπία είναι πράγματι αξεπέραστη και ανίκητη. Και δείχνει ότι η ιδιωτική Παιδεία δεν είναι ανάγκη, όσο είναι απλώς ένα μέσο διαιώνισης και αύξησης των κοινωνικών ανισοτήτων. Δεν θα έπρεπε να νοιάζει κανέναν αν δίπλα στο παιδί του είναι και τρία ταλαντούχα παιδιά μεταναστών, όμως έρευνες έχουν δείξει ότι η κοινωνική σύσταση του φοιτητικού σώματος είναι ένας πολύ σημαντικός παράγοντας επιλογής εκπαιδευτικού ιδρύματος για τους γονείς, κυρίως στη Βρετανία, μια παραδοσιακά ταξική κοινωνία, αλλά και αλλού.
Το ζήτημα δεν είναι τόσο φυλετικό όσο οικονομικό. Η δυνατότητα του «φτωχού» να σπουδάσει σε ένα ακριβό πανεπιστήμιο αφαιρεί από τον πλούσιο το συγκριτικό του πλεονέκτημα. Δεν πειράζει, ας του το αφαιρέσει. Απομένει να δούμε πώς θα «μπουν» στην Ελλάδα τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, ό,τι κι αν συμβεί, όμως δικαιολογίες δεν υπάρχουν· τα παραδείγματα είναι εκεί έξω, εξίσου τα θετικά με τα αρνητικά. Εάν σε λίγα χρόνια γίνουμε μια χώρα που βουλιάζει κι αυτή στο φοιτητικό χρέος, δεν θα μπορεί κανείς να πει «συγγνώμη, δεν ήξερα»...
Πηγή: Αυγή