Η βρετανική κυβέρνηση αρνείται να παραδώσει τον χρυσό της Βενεζουέλας
Την άρνηση της βρετανικής κυβέρνησης να παραδώσει τις καταθέσεις χρυσού που διατηρεί η Βενεζουέλα στην Κεντρική Τράπεζα του Ηνωμένου Βασιλείου, επαναβεβαίωσαν εκπρόσωποί της ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου της χώρας.
Οι καταθέσεις χρυσού, που ανέρχονται σε αξία 2 δισ. δολαρίων και ανήκουν στη νόμιμη κυβέρνηση της Βενεζουέλας, αποτελούν σημαντικό περιουσιακό στοιχείο για τη χώρα της Λατινικής Αμερικής, που ζει υπό το καθεστώς κυρώσεων τις οποίες ανανέωσε η νέα αμερικανική κυβέρνηση του Τζο Μπάιντεν.
Η υπόθεση έχει οδηγηθεί στο Ανώτατο Δικαστήριο της Βρετανίας έπειτα από μήνυση της Κεντρικής Τράπεζας της Βενεζουέλας, και αφότου το βρετανικό Εφετείο χαρακτήρισε τον περασμένο Οκτώβρη την αναγνώριση του Γκουαϊδό από τη Βρετανική κυβέρνηση ως «διφορούμενη».
Αυτό διότι, ταυτόχρονα με την αναγνώριση του Γκουαϊδό, η βρετανική κυβέρνηση διατηρεί διπλωματικές σχέσεις με την κυβέρνηση Μαδούρο, κάτι που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως de facto αναγνώριση της νομιμότητάς της.
Η αναγνώριση αυτή συνεχίζεται παρά το γεγονός πως επανειλημμένες προσπάθειες πραξικοπηματικής ανατροπής της κυβέρνησης Μαδούρο έχουν αποτύχει, και ο Γκουαϊδό έχει απολέσει μεγάλο μέρος της στήριξής του εντός της Βενεζουέλας, αλλά και εκτός αυτής.
Ο Λέι Κρέστολ, δικηγόρος που εκπροσωπεί την Κεντρική Τράπεζα της Βενεζουέλας ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου, δήλωσε πως «Οι διεθνείς παρατηρητές αυτής της υπόθεσης μπορεί να εκπλαγούν από την πιθανότητα μια μονόπλευρη δήλωση πολιτικής αναγνώρισης από την κυβέρνηση του Η.Β. να μπορεί να στερήσει από έναν ξένο ηγέτη περιουσιακά στοιχεία που έχουν κατατεθεί στο Λονδίνο άνευ προσφυγής σε Αγγλικό δικαστήριο. Ακόμα περισσότερο όταν η αναγνώριση αυτή αγνοεί την πραγματικότητα».
Η πραγματικότητα αυτή είναι πως ο Γκουαϊδό δεν έχει πλέον ούτε την ελάχιστη νομική αξίωση που διατηρούσε όσο ήταν επικεφαλής της Εθνικής Συνέλευσης της Βενεζουέλας. Η απώλεια αυτής της θέσης, που αποτελούσε και το μοναδικό «νομικό επιχείρημα» του Γκουαϊδό για την αυτοανακήρυξή του ως «προσωρινού προέδρου», οδήγησε τον περασμένο Ιανουάριο την Ευρωπαϊκή Ένωση να πάψει να τον αναγνωρίζει.