Σίγουρα μας παίρνει να γελάμε με τον Βαγγέλη Αυλ-τη;
Ο αντιδήμαρχος Κηφισιάς που άθελά του γελοιοποίησε την αστεία παράταξη Θωμάκου με όλη τη ρητορική του
Εντάξει, είναι σπαρταριστό. Ειδικά όταν πρώτα διαβάζεις φράση-φράση τα λόγια του Φρανκ Άντεργουντ από το συγκεκριμένο απόσπασμα του House of Cards και αμέσως μετά πατάς το play στο στόμα του υποψήφιου για την Δημαρχία Κηφισιάς; και ακούς την ίδια φράση από το στόμα του.
Εκείνο δε που κάνει ακόμα πιο κωμικό το γεγονός, είναι ο στόμφος του κυρίου Αυλ-τη. Το παίξιμο. Το ελαφρύ σήκωμα του φρυδιού σε συνδυασμό με το ελαφρώς πονεμένο βλέμμα. Σαν να θέλει να συνοψίσει όλη την αγωνία του για τη πόλη και τον πόνο του για την ορφανή παράταξη.
Και μετά σκέφτεσαι ότι αυτό το βλέμμα το έχεις ξαναδεί. Πολλές φορές. Σε παρλάτες φιλοξενούμενων πολιτικών εκπομπών και σε εκφωνητές δελτίων ειδήσεων. Και εδώ που τα λέμε, αν οι φανατικοί της σειράς δεν θυμόνταν το συγκεκριμένο απόσπασμα για να κάνουν την αντιπαραβολή, ο συγκεκριμένος κύριος δεν θα είχε τίποτα το επιλήψιμο. Θα ακουγόταν απολύτως φυσιολογικός. Και κάποιοι πιθανότατα να έπαιρναν και ιδέες από αυτόν.
Στην πραγματικότητα τι έκανε ο Βαγέλης Αυλ-της; Αντέγραψε από σεναριογράφους, ή μάλλον κάποιος συνεργάτης του αντί να πληρώσει λογογράφους – που απλώς αντιγράφουν πιο έντεχνα. Το αποτέλεσμα όμως παραμένει ίδιο: ένας κενός, στρογγυλεμένος λόγος με λέξεις-φετίχ κενές νοήματος. Που ταιριάζει σαν πασπαρτού σε κάθε περίσταση. Γιατί, όταν ο λόγος ενός υποψήφιου Δημάρχου μπορεί να ταιριάξει τόσο καλά και στις επερχόμενες εκλογές στη Κηφισιά (και σε οποιαδήποτε άλλη περίσταση εδώ που τα λέμε), τότε, sorry, αλλά το πρόβλημα δεν το έχει ο Βαγγέλης Αυλ-της. Αυτός είναι το σύμπτωμα. Το πραγματικό πρόβλημα το έχει η δημόσια ρητορική. Και η επικοινωνιακή κλωτσοπατινάδα της «τιποτολογίας». Ή όπως λένε, από τότε που εφευρέθηκαν οι επικοινωνιολόγοι, χάθηκε η συγγνώμη.
Πόσο καλύτεροι είναι οι mainstreamπολιτικοί αρχηγοί δηλαδή, που διαβάζουν χειρόγραφα με επιχειρήματα και ρητορική που υποτιμά τη νοημοσύνη ακόμα και καθυστερημένου μπαμπουίνου; Που ένα επιτελείο λογογράφων τους έχει συνθέσει κάνοντας copy-paste ολόκληρες παραγράφους από μια δεξαμενή προκάτ τσιτάτων και στρογγυλεμένων φράσεων που τους ικανοποιούν όλους, χωρίς κανένα νόημα και κυρίως χωρίς καμία πολιτική; Και επιπλέον με κατάχρηση του ρήματος «πρέπει», που έχει το πλεονέκτημα να είναι απρόσωπο, άρα όποιος το χρησιμοποιεί μπορεί να μην παίρνει καμία ευθύνη;
Κι όμως, υπάρχουν συνάνθρωποί μας, οι δημοσιογράφοι του πολιτικού τίποτα, της μόνιμης αρπαχτής της «Κηφισιάς» π.χ. - που η μοίρα τους καταδίκασε να παίρνουν αυτούς τους καθημερινούς Βαγγέληδες Αυλ-τιδες της πολιτικής σκηνής στα σοβαρά. Ή τουλάχιστον να υποδύονται ότι τους παίρνουν στα σοβαρά. Και να αναμεταδίδουν τα λεγόμενά τους και τις χωρίς περιεχόμενο ρητορικές κορώνες σαν κανονικές ειδήσεις. Χρησιμοποιώντας τα γνωστά «τόνισε», «υπογράμμισε», επιτέθηκε», κοκ. Βάζοντας μάλιστα την πιο εντυπωσιακή από αυτή την «Αυλ-τολογία» και σε τίτλους. Να αναμεταδίδουν δηλαδή το τίποτα, μεγεθύνοντάς το.
Και μια που το έφερε η κουβέντα: χρειάζεται να υπενθυμίσουμε ότι και την περίφημη φράση του Νίκου Χιωτάκη «η Κηφισιά που μας αξίζει», που τόσο «ιερό ρίγος» προκάλεσε όταν ακούστηκε στη Κηφισιά, την έχει πει πρώτα ο Φρανκ Άντεργουντ; Και ότι από εκεί την αντέγραψαν οι λογογράφοι του σημερινού Δήμαρχου Θωμάκου. Απλώς ο Αυλ-της είναι εύκολος στόχος. Και προφανώς δεν διαθέτει lobby υποστήριξης.
Ένα επιπλέον στοιχείο ειρωνείας. Όσα sites αναπαρήγαγαν την είδηση ότι ο Βαγγέλης Αυλ-της έκανε copy-paste τον προεκλογικό λόγο του Φρανκ Άντεργουντ, σαρκάζοντάς τον, το έκαναν με copy-paste.
