Τρίτα Πάρσ - Σοκαριστική η συμφωνία ΗΠΑ – Σαουδικής Αραβίας για τα πυρηνικά
του Τρίτα Πάρσι | substack.com*
Μερικά σημεία για τη σοκαριστική συμφωνία πυρηνικής συνεργασίας ΗΠΑ–Σαουδικής Αραβίας που ανακοινώθηκε.
1. Αντανακλά μια ασθενέστερη διαπραγματευτική θέση των ΗΠΑ, όχι μια ισχυρότερη.
Το ευρύτερο πλαίσιο είναι η Κίνα. Η κυβέρνηση Μπάιντεν επιδίωξε μια πυρηνική συμφωνία με τη Σαουδική Αραβία, ως μέρος μιας ευρύτερης επέκτασης των Συμφωνιών του Αβραάμ που είχαν ξεκινήσει επί (πρώτης προεδρίας) Τραμπ, εν μέρει για να φέρει το Ριάντ πιο κοντά στην Ουάσιγκτον και να το απομακρύνει από το Πεκίνο. Ωστόσο, η θέση της Ουάσιγκτον έχει έκτοτε επιδεινωθεί. Η αξιοπιστία της αμερικανικής ομπρέλας ασφαλείας έχει αποδυναμωθεί, τα κράτη του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (GCC) έχουν αποκτήσει μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία και η Σαουδική Αραβία έχει ενισχύσει τη διαπραγματευτική της ισχύ, διαφοροποιώντας τις διεθνείς της συνεργασίες.
Το αποτέλεσμα φαίνεται να είναι ότι η Ουάσιγκτον αναγκάστηκε να προσφέρει πολύ περισσότερα για να αποτρέψει τη Σαουδική Αραβία από το να στραφεί ακόμη περισσότερο προς την Κίνα, λαμβάνοντας όμως πολύ λιγότερα ανταλλάγματα.
Σε σύγκριση με προηγούμενες διαπραγματεύσεις, το Ριάντ εξασφάλισε αξιοσημείωτες παραχωρήσεις. Δεν φαίνεται πλέον να υποχρεούται να εξομαλύνει τις σχέσεις του με το Ισραήλ ως μέρος της συμφωνίας. Σύμφωνα με πληροφορίες, δεν απαιτείται να υπογράψει μια παραδοσιακή συμφωνία του Άρθρου 123, η οποία θα του στερούσε τη δυνατότητα ανάπτυξης τεχνολογίας εμπλουτισμού ουρανίου. Επιπλέον, δεν προβλέπονται οι εκτεταμένες εγγυήσεις και επιθεωρήσεις του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας (IAEA), που η Ουάσιγκτον απαιτούσε επί δεκαετίες σε αντίστοιχες περιπτώσεις.
Αν αυτές οι πληροφορίες επιβεβαιωθούν, η Σαουδική Αραβία πέτυχε κάτι που ελάχιστοι πίστευαν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αποδέχονταν ποτέ.
Η κυβέρνηση Μπάιντεν φέρεται να εξέταζε παρόμοιες ρυθμίσεις, όμως οι προσπάθειές της εκτροχιάστηκαν λόγω των συνεπειών των επιθέσεων της 7ης Οκτωβρίου.
Οι αξιωματούχοι της κυβέρνησης Μπάιντεν κατανοούσαν επίσης τους κινδύνους, χωρίς όμως αυτό να τους αποτρέψει από το να επιδιώξουν τη συμφωνία και να σηματοδοτήσουν την προθυμία τους να προσφέρουν σημαντικές πυρηνικές παραχωρήσεις στη Σαουδική Αραβία. Ορισμένες από τις εναλλακτικές λύσεις που συζητήθηκαν έφταναν στα όρια του παράδοξου: να φυλάσσονται οι σαουδαραβικές εγκαταστάσεις εμπλουτισμού από Αμερικανούς στρατιώτες απέναντι στους ίδιους τους Σαουδάραβες ή να σχεδιαστούν συστήματα που θα επέτρεπαν στις ΗΠΑ να απενεργοποιούν ή ακόμη και να καταστρέφουν εξ αποστάσεως τις εγκαταστάσεις, εφόσον κρινόταν αναγκαίο.
Το γεγονός ότι τέτοιες δικλίδες ασφαλείας εξετάστηκαν σοβαρά θα έπρεπε από μόνο του να αποτελεί προειδοποίηση. Αν μια πρόταση απαιτεί τόσο έκτακτους μηχανισμούς για να αποτραπεί ο ίδιος σου ο σύμμαχος από το να χρησιμοποιήσει την τεχνολογία που του παρέχεις, τότε ίσως η ίδια η πρόταση είναι εκ θεμελίων προβληματική.
Όπως επισημαίνει η Ρόζμαρι Κέλανικ, η συμφωνία αυτή προσφέρει στο Ριάντ διαπραγματευτική ισχύ που μπορεί στο μέλλον να χρησιμοποιήσει για να πιέσει την Ουάσιγκτον να παράσχει στη χώρα επίσημες εγγυήσεις ασφαλείας. Η Σαουδική Αραβία θα μπορούσε να απειλήσει ότι θα αποκτήσει πυρηνικά όπλα, εκτός αν οι ΗΠΑ της προσφέρουν εγγυήσεις αντίστοιχες με το Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ — μια εξέλιξη που θα εμπλέξει ακόμη περισσότερο στρατιωτικά τις Ηνωμένες Πολιτείες στη Μέση Ανατολή, αντί να τους επιτρέψει να αποδεσμευθούν από την περιοχή.
Όπως υποστηρίζει η Κέλανικ, υπάρχει σημαντικό ιστορικό προηγούμενο. Η Νότια Κορέα και η Δυτική Γερμανία είχαν προωθήσει πυρηνικά προγράμματα που ανησύχησαν την Ουάσιγκτον. Αντί να τους επιτρέψουν να αποκτήσουν πυρηνικά όπλα, οι Ηνωμένες Πολιτείες ενίσχυσαν τελικά τις στρατιωτικές δεσμεύσεις και τις εγγυήσεις ασφαλείας, με αντάλλαγμα την εγκατάλειψη αυτών των προγραμμάτων.
Κατά συνέπεια, η παρούσα πυρηνική συμφωνία μπορεί να αποδειχθεί προάγγελος μιας ακόμη πιο επιζήμιας παραχώρησης προς τη Σαουδική Αραβία στο μέλλον.
Αν στο μέλλον υπάρξει νέα πυρηνική συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, η σημερινή απόφαση δημιουργεί ένα εντελώς νέο σημείο αναφοράς.
Καθίσταται πλέον εξαιρετικά δύσκολο να υποστηριχθεί ότι η Σαουδική Αραβία μπορεί να εμπλουτίζει ουράνιο, ενώ το Ιράν όχι — παρότι η Τεχεράνη δεν επρόκειτο ποτέ να αποδεχθεί μηδενικό εμπλουτισμό. Ακόμη και προτάσεις που είχαν κατά καιρούς εξεταστεί, όπως ένα μορατόριουμ εμπλουτισμού διάρκειας 5 έως 10 ετών, ενδέχεται πλέον να είναι ανέφικτες.
Επιπλέον, και ίσως ακόμη σημαντικότερο, γίνεται δυσκολότερο να απαιτεί κανείς αυστηρές διεθνείς επιθεωρήσεις για το Ιράν, ενώ αποδέχεται ένα πολύ πιο χαλαρό καθεστώς επιτήρησης για τη Σαουδική Αραβία, εκτός του πλαισίου του IAEA. Παράλληλα, καθίσταται δυσκολότερο να παρουσιάζεται ο εμπλουτισμός ουρανίου ως απαράδεκτος κίνδυνος διάδοσης πυρηνικών όπλων.
Με τη συμφωνία αυτή, η Ουάσιγκτον καθιστά ακόμη πιο περίπλοκο το είδος της συμφωνίας που επιδιώκει να συνάψει με το Ιράν.
Μεγάλο μέρος της συζήτησης θα επικεντρωθεί στην απώλεια του «χαρτιού» της εξομάλυνσης των σχέσεων με τη Σαουδική Αραβία, που αποτελούσε έναν από τους βασικούς στρατηγικούς στόχους του Ισραήλ.
Ωστόσο, το σημαντικότερο ζήτημα ίσως είναι ότι η Σαουδική Αραβία φαίνεται πλέον να βαδίζει προς την απόκτηση πυρηνικής στρατιωτικής ικανότητας, εφόσον κάποτε αποφασίσει να την επιδιώξει. Αυτό συνιστά μια θεμελιώδη μεταβολή για το μακροπρόθεσμο στρατηγικό περιβάλλον του Ισραήλ.
7. Σχετίζεται αυτή η συμφωνία με ενδεχόμενη διεύρυνση του πολέμου με το Ιράν;
Είναι πιθανό. Μία ερμηνεία είναι ότι η Ουάσιγκτον έκανε αυτές τις παραχωρήσεις προκειμένου να εξασφαλίσει μεγαλύτερη σαουδαραβική συνεργασία στην τρέχουσα ή σε μια μελλοντική αντιπαράθεση με την Τεχεράνη.
Ωστόσο, η ίδια η Τεχεράνη δεν φαίνεται να ανησυχεί ιδιαίτερα.
Η άμεση στρατιωτική συμβολή της Σαουδικής Αραβίας σε έναν πόλεμο με το Ιράν πιθανότατα θα παρέμενε περιορισμένη, ενώ η συμμετοχή του Βασιλείου δεν μεταβάλλει ουσιαστικά τα γεωστρατηγικά πλεονεκτήματα του Ιράν στον Περσικό Κόλπο. Κυρίως όμως, η σαουδαραβική ηγεσία έχει αφιερώσει τα τελευταία χρόνια στην προσπάθεια να μειώσει —και όχι να αυξήσει— τον κίνδυνο να μετατραπεί η χώρα σε πεδίο μάχης μιας σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν.
Συνολικά, είναι δύσκολο να υποστηριχθεί ότι η σημερινή ανακοίνωση προωθεί τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών, πόσο μάλλον ότι συνάδει με άλλες υφιστάμενες προσπάθειες, όπως η εξεύρεση μιας αποδεκτής λύσης στη διαμάχη με το Ιράν. Αντίθετα, δημιουργεί ακόμη περισσότερα ερωτήματα σχετικά με το κατά πόσο υφίσταται μια συνεκτική αμερικανική στρατηγική για τη Μέση Ανατολή.
Πηγή: infowar