Δύο μέτρα και δύο σταθμά; Ο Τραμπ εγκρίνει εμπλουτισμό ουρανίου από τη Σαουδική Αραβία
Εν μέσω της κρίσης με το Ιράν και ενώ η Ουάσινγκτον επιδιώκει να αποτρέψει την Τεχεράνη από τον εμπλουτισμό ουρανίου, ο αμερικανός πρόεδρος φέρεται να δίνει το «πράσινο φως» σε μια συμφωνία που θα επιτρέψει στο Ριάντ να αποκτήσει την ίδια τεχνολογία για ειρηνικούς σκοπούς. Η εξέλιξη αναμένεται να προκαλέσει πολιτικές και γεωπολιτικές αντιδράσεις
Μια συμφωνία που μπορεί να αναδιαμορφώσει τις ισορροπίες στη Μέση Ανατολή βρίσκεται πλέον προ των πυλών. Ο Ντόναλντ Τραμπ φέρεται να έχει εγκρίνει σχέδιο πυρηνικής συνεργασίας με τη Σαουδική Αραβία, το οποίο προβλέπει –υπό προϋποθέσεις– την απόκτηση δυνατότητας εμπλουτισμού ουρανίου από το βασίλειο. Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς έρχεται ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται σε ανοιχτή σύγκρουση με το Ιράν ακριβώς για το πυρηνικό του πρόγραμμα, πυροδοτώντας ερωτήματα για τη συνέπεια της αμερικανικής στρατηγικής και τον κίνδυνο μιας νέας πυρηνικής κούρσας στην περιοχή.
Σύμφωνα με τον Guardian, ο αμερικανός πρόεδρος αναμένεται να ανακοινώσει ότι θα ζητήσει από το Κογκρέσο να εγκρίνει τη συμφωνία, η οποία εκτιμάται ότι θα αποτελέσει σημείο καμπής στις αμερικανο-σαουδαραβικές σχέσεις, αλλά και νέα εστία έντονων γεωπολιτικών αντιπαραθέσεων. Η χρονική συγκυρία της ανακοίνωσης θεωρείται ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη, εξαιτίας της σύγκρουσης με την Τεχεράνη, με έναν από τους βασικούς στόχους της στρατιωτικής επιχείρησης να είναι η αποτροπή του εγχώριου εμπλουτισμού ουρανίου από την Τεχεράνη και η απομάκρυνση κάθε προοπτικής απόκτησης πυρηνικού όπλου. Σύμφωνα με τις σχετικές πληροφορίες, η συμφωνία ΗΠΑ–Σαουδικής Αραβίας προβλέπεται να έχει διάρκεια 30 ετών και να περιλαμβάνει τη συμμετοχή αμερικανικών εταιρειών, όπως η Westinghouse, στην ανάπτυξη του σαουδαραβικού πυρηνικού προγράμματος.
Στο πλαίσιό της, προβλέπεται ακόμη και η κατασκευή εγκατάστασης εμπλουτισμού ουρανίου στη Σαουδική Αραβία, υπό την προϋπόθεση ότι προηγουμένως θα ολοκληρωθεί κοινή τεχνική μελέτη από τις δύο χώρες. Η πρόταση βρίσκεται στο τραπέζι εδώ και αρκετά χρόνια. Κατά την περίοδο της κυβέρνησης Μπάιντεν, η Ουάσινγκτον επιδίωκε να συνδέσει την πρόσβαση της Σαουδικής Αραβίας στην τεχνολογία αυτή με την εξομάλυνση των σχέσεών της με το Ισραήλ, όρο που το Ριάντ εξακολουθεί να απορρίπτει. Το σχέδιο αναμένεται να υποβληθεί στο Κογκρέσο για εξέταση, όπου ενδέχεται να συναντήσει αντιδράσεις από βουλευτές και γερουσιαστές που εκφράζουν ανησυχίες για την επάρκεια των μηχανισμών εποπτείας και ελέγχου, οι οποίοι θα διασφάλιζαν ότι ο εμπλουτισμός ουρανίου στη Σαουδική Αραβία δεν θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για στρατιωτικούς σκοπούς.
Το Ριάντ έχει δηλώσει στο παρελθόν ότι θα επιδιώξει να αποκτήσει πυρηνικό όπλο, εάν το Ιράν αποκτήσει πρώτο, παρότι η Τεχεράνη εξακολουθεί να αρνείται ότι επιδιώκει την ανάπτυξη πυρηνικών όπλων. Παράλληλα, στις πολύχρονες διαπραγματεύσεις που έκαναν περισσότερες από μία αμερικανικές κυβερνήσεις, οι ΗΠΑ εξέφραζαν την ανησυχία ότι η Σαουδική Αραβία θα αναζητούσε πυρηνική τεχνολογία από άλλες χώρες, εάν η Ουάσινγκτον δεν ανταποκρινόταν στα αιτήματά της.
Χωρίς αυστηρότερη επιτήρηση της ΔΟΑΕ
Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, πάντα κατά τον Guardian, η συμφωνία πιθανότατα δεν θα περιλαμβάνει το ενισχυμένο καθεστώς επιθεωρήσεων του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας (IAEA), γνωστό ως «Πρόσθετο Πρωτόκολλο», στο οποίο είχε υπαχθεί το Ιράν στο πλαίσιο της πυρηνικής συμφωνίας του 2015.
Η επικεφαλής του προγράμματος Μέσης Ανατολής του αμερικανικού think tank «Defense Priorities», Ρόζμαρι Κελάνικ, χαρακτήρισε την απόφαση «εξαιρετικά κακή ιδέα» και έγραψε σε ανάρτησή της: «Η παροχή τεχνολογίας εμπλουτισμού ουρανίου στη Σαουδική Αραβία είναι λάθος για πολλούς λόγους. Είναι όμως ιδιαίτερα παράλογο να γίνεται εν μέσω πολέμου για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.» Η ίδια χαρακτήρισε την επιλογή απερίσκεπτη και αντίθετη προς τα αμερικανικά εθνικά συμφέροντα, προειδοποιώντας ότι: «Ο εμπλουτισμός ουρανίου από τη Σαουδική Αραβία θα ασκήσει τεράστια πίεση στο Ιράν να αποκτήσει πυρηνική βόμβα.Προσπαθεί ο Τραμπ να ωθήσει το Ιράν στην κατασκευή πυρηνικών όπλων;»
Επιχείρημα υπέρ της ενεργειακής διαφοροποίησης
Άλλοι αναλυτές υποστηρίζουν ότι η συμφωνία αντανακλά την εκτίμηση της Ουάσιγκτον πως η Σαουδική Αραβία έχει εξελιχθεί σε μια χώρα που επιδιώκει να διαφοροποιήσει το ενεργειακό της μείγμα και να μειώσει σταδιακά την εξάρτησή της από το πετρέλαιο. Την ίδια στιγμή, στο εσωτερικό του Ιράν βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη η συζήτηση σχετικά με το κατά πόσο η επίσημη άρνηση της χώρας να αποκτήσει πυρηνικά όπλα εξακολουθεί να εξυπηρετεί τα εθνικά της συμφέροντα. Πολλοί στην Τεχεράνη αναμένεται να αντιδράσουν έντονα στο γεγονός ότι ο σημαντικότερος περιφερειακός αντίπαλος του Ιράν αποκτά τη δυνατότητα εγχώριου εμπλουτισμού ουρανίου, ενώ η ίδια η Ισλαμική Δημοκρατία εξακολουθεί να υφίσταται κυρώσεις για την ίδια δραστηριότητα.
Οι διαπραγματεύσεις πριν από τον πόλεμο
Στις συνομιλίες που πραγματοποιήθηκαν στη Γενεύη τον Φεβρουάριο, πριν από την έναρξη του πολέμου, οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν ζητήσει από το Ιράν να αποδεχθεί αναστολή κάθε δικαιώματος εγχώριου εμπλουτισμού ουρανίου για περίοδο 10 έως 20 ετών. Η Τεχεράνη εμφανιζόταν διατεθειμένη να εξετάσει μόνο μια τριετή αναστολή. Παράλληλα, η Ουάσινγκτον είχε εμφανιστεί θετική στη δημιουργία μιας περιφερειακής κοινοπραξίας εμπλουτισμού ουρανίου, στην οποία θα συμμετείχαν η Σαουδική Αραβία, το Ιράν, οι Ηνωμένες Πολιτείες και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Ο ρόλος του ΔΟΑΕ και η έγκριση του Κογκρέσου
Η Σαουδική Αραβία είναι κράτος-μέλος του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας (IAEA), του ΟΗΕ με έδρα τη Βιέννη, ο οποίος προωθεί την ειρηνική χρήση της πυρηνικής ενέργειας και διενεργεί επιθεωρήσεις ώστε να διαπιστώνεται ότι δεν αναπτύσσονται μυστικά προγράμματα πυρηνικών όπλων. Το Κογκρέσο έχει τη δυνατότητα να εξετάσει και να μπλοκάρει συμφωνίες πυρηνικής συνεργασίας, γνωστές ως «123 Agreements». Αξίζει να σημειωθεί, γράφει ο Guardian, ότι ο εμπλουτισμός ουρανίου σε καθαρότητα 90% αποτελεί ουσιαστικά το τελευταίο τεχνικό βήμα πριν από την παραγωγή υλικού κατάλληλου για την κατασκευή πυρηνικού όπλου.
Πακιστάν, ΗΑΕ και η στρατηγική διάσταση
Η Σαουδική Αραβία και το πυρηνικά οπλισμένο Πακιστάν υπέγραψαν αμοιβαίο σύμφωνο άμυνας μετά την ισραηλινή επίθεση στο Κατάρ, η οποία στόχευσε στελέχη της Χαμάς. Ο υπουργός Αμυνας του Πακιστάν δήλωσε τότε ότι το πυρηνικό πρόγραμμα της χώρας «θα τεθεί στη διάθεση» της Σαουδικής Αραβίας εφόσον χρειαστεί, δήλωση που ερμηνεύθηκε ως έμμεσο μήνυμα προς το Ισραήλ, τη μοναδική χώρα της Μέσης Ανατολής που θεωρείται ότι διαθέτει πυρηνικό οπλοστάσιο. Αντίθετα, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα υπέγραψαν αντίστοιχη συμφωνία «123» με τις ΗΠΑ για την κατασκευή του πυρηνικού σταθμού Barakah, με τη συνδρομή της Νότιας Κορέας, χωρίς όμως να επιδιώξουν δικαίωμα εμπλουτισμού ουρανίου.Η επιλογή αυτή θεωρείται από ειδικούς στη μη διάδοση των πυρηνικών ως το «χρυσό πρότυπο» για τις χώρες που επιθυμούν να αναπτύξουν πολιτική πυρηνική ενέργεια.
Το στρατηγικό σκεπτικό της Ουάσινγκτον
Κατά την επίσκεψη του διαδόχου του σαουδαραβικού θρόνου, πρίγκιπα Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, στην Ουάσινγκτον τον περασμένο Νοέμβριο, ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε ένα πλαίσιο πυρηνικής συνεργασίας που, όπως ανέφερε, «θέτει τα νομικά θεμέλια για μια πολυετή, πολυδισεκατομμυρίων δολαρίων στρατηγική συνεργασία στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας», με τρόπο συμβατό με τα αυστηρά πρότυπα μη διάδοσης πυρηνικών όπλων.
Σε έκθεση που υποβλήθηκε στο Κογκρέσο νωρίτερα φέτος, η αμερικανική κυβέρνηση κάλεσε τους νομοθέτες να στηρίξουν τη συμφωνία, υποστηρίζοντας ότι έτσι θα αποτραπεί η εκμετάλλευση του κενού από ανταγωνιστικές δυνάμεις, οι οποίες θα μπορούσαν να υπονομεύσουν τα στρατηγικά συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών για τις επόμενες δεκαετίες. Στην ίδια έκθεση επισημαίνεται ακόμη ότι η Ουάσινγκτον οφείλει να αξιοποιήσει την ευκαιρία για να επεκτείνει τη διεθνή πυρηνική συνεργασία της, ώστε να ανακτήσει την ηγετική της θέση στην παγκόσμια αγορά πολιτικής πυρηνικής ενέργειας και να ενισχύσει την επιρροή της στις χώρες που θα φιλοξενούν αμερικανικής τεχνολογίας πυρηνικούς αντιδραστήρες.