Ο Τραμπ χρηματοδοτεί MAGA οργανώσεις στην Ευρώπη
Πηγές: Financial Times, Politico
Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ των ΗΠΑ ανακοίνωσε ότι προσφέρει χρηματοδότηση έως και τρία εκατομμύρια δολάρια σε ευρωπαϊκές ομάδες που ευθυγραμμίζονται με το κίνημα MAGA, με σκοπό την καταπολέμηση της «λογοκρισίας» και την καλλιέργεια «δεσμών πολιτισμού» μεταξύ Ευρώπης και Αμερικής. Όπως αποκαλύπτουν οι Financial Times, η πρωτοβουλία εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική της κυβέρνησης Τραμπ να μετατρέψει την έντονη ρητορική της κατά των ευρωπαϊκών θεσμών σε συγκεκριμένες πολιτικές, την ώρα που οι διατλαντικές σχέσεις δοκιμάζονται.
Η ανακοίνωση της Δευτέρας 13 Ιουλίου προβλέπει επιχορηγήσεις από ένα έως τρία εκατομμύρια δολάρια σε ευρωπαϊκές ΜΚΟ, εκπαιδευτικά ιδρύματα ακόμη και κερδοσκοπικούς οργανισμούς που θα δεσμευτούν να αντιμετωπίσουν «ζητήματα εθνικής κυριαρχίας, μετανάστευσης, λογοκρισίας και νομικού πολέμου». Το πρόγραμμα, συνολικού ύψους περίπου πέντε εκατ. δολαρίων, έχει στόχο να στηρίξει δεξαμενές σκέψης και κόμματα σε όλη την Ευρώπη.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο ο Δρ. Κίγκαν ΜακΜπράιντ του Ινστιτούτου Τόνι Μπλερ (το οποίο χρηματοδοτείται και από τον υποστηρικτή του IDF Λάρι Έλισον), δήλωσε ότι: «Πρόκειται για τις ΗΠΑ που θέλουν μια ισχυρότερη Ευρώπη», προσθέτοντας πως «αυτό είναι κάτι που θα έπρεπε να θέλει και η ίδια η Ευρώπη» .
Πίσω από την πρωτοβουλία βρίσκεται η αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, Σάρα Ρότζερς, η οποία περιόδευσε πέρυσι σε μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες προκειμένου να καταγγείλει τους νόμους που περιορίζουν την ελευθερία του λόγου στο διαδίκτυο, όπως ο Βρετανικός Νόμος για την Ασφάλεια στο Διαδίκτυο (Online Safety Act) και ο Ευρωπαϊκός Νόμος για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες (Digital Services Act – DSA). Στην ανακοίνωσή του άλλωστε το Στέιτ Ντιπάρτμεντ κατηγορεί ευθέως τις «υπερεθνικές αρχές και κυβερνήσεις», ότι χρησιμοποιούν την κρατική εξουσία για να υπονομεύσουν τη δημοκρατική αυτοδιοίκηση «μέσω υπερβολικά ευρείων και ασαφών νόμων κατά του μίσους και κανονισμών για το διαδικτυακό περιεχόμενο, που ελέγχουν και τιμωρούν τον λόγο, ενώ παράλληλα καταστέλλουν την πολιτική συμμετοχή».
Πάνω από την ιδεολογία, τα συμφέροντα
Δεν είναι η πρώτη φορά που Αμερικανοί ολιγάρχες, υποστηρικτές του Τραμπ, προσπάθησαν να επηρεάσουν το δημόσιο διάλογο στην Ευρώπη, χρηματοδοτώντας είτε μέσα ενημέρωσης που διέδιδαν την ακροδεξιά προπαγάνδα είτε απευθείας ακροδεξιά κόμματα και πολιτικούς.
Ο Τραμπ με την τελευταία του κίνηση, απλώς θεσμοποιεί μια πάγια πολιτική της MAGA πτέρυγας να επεμβαίνει στα εσωτερικά ζητήματα των ευρωπαϊκών κρατών -κυρίως όσον αφορά τη μετανάστευση και την ελευθερία του λόγου- επιχειρώντας να προκαλέσει κοινωνικό χάος και πολιτική πίεση. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση και του Τιμ Ρόμπινσον, που έγινε γνωστός ως ο ιθύνων νους πίσω από τα φασιστικά πογκρόμ στο Ηνωμένο Βασίλειο και τον οποίο στήριζε ένα δαιδαλώδες δίκτυο αμερικανικών think tanks και επενδυτών.
Η αμερικανική παρέμβαση αποτελεί όμως και ένα στρατηγικό εγχείρημα για την ανατροπή των ευρωπαϊκών κανονιστικών φραγμών που περιορίζουν την κυριαρχία των αμερικανικών τεχνολογικών κολοσσών. Όπως επισημαίνεται σε ανάλυση του European Council on Foreign Relations, «η γλώσσα του πολιτισμικού πολέμου είναι ένα πολιτικό τέχνασμα. Ο απώτερος στόχος περιλαμβάνει την παρεμπόδιση της ικανότητας της ΕΕ να ρυθμίζει τις αμερικανικές εταιρείες». Η υποστήριξη σε ευρωπαϊκά κόμματα της άκρας δεξιάς, όπως το γερμανικό AfD, το γαλλικό Εθνικό Συναγερμό και το βρετανικό Reform UK, που τάσσονται κατά των ευρωπαϊκών κανονισμών, εξυπηρετεί και αυτόν τον σκοπό.
Από την οπτική των ΗΠΑ, το βασικό πρόβλημα είναι διττό. Πρώτον, ο DSA απαιτεί από τις πλατφόρμες να αφαιρούν ή να περιορίζουν την πρόσβαση σε «παράνομο περιεχόμενο», μια έννοια που αφήνεται στις εθνικές νομοθεσίες των κρατών-μελών. Όπως σημειώνεται σε ανάλυση του CSIS, κατηγορίες όπως οι «εκφράσεις διάκρισης» και η «ρητορική μίσους» -παρότι κατά τον ευρωπαϊκό νόμο ορίζονται σαφώς- εγείρουν ανησυχίες από την αμερικανική σκοπιά.
Εν συνεχεία, υπάρχει ο φόβος του «φαινομένου της υπερσυμμόρφωσης». Οι πλατφόρμες, αντιμέτωπες με πρόστιμα που μπορεί να φτάσουν έως το 6% του παγκόσμιου τζίρου τους, ενδέχεται να αφαιρούν περιεχόμενο παγκοσμίως, ακόμα και σε χώρες όπου αυτό είναι απολύτως νόμιμο. Αυτό το «de facto φαινόμενο των Βρυξελλών» σημαίνει ότι ευρωπαϊκά πρότυπα λογοκρισίας μπορεί να γίνουν το παγκόσμιο σημείο αναφοράς. Και κάπως έτσι η αμερικανική Βουλή των Αντιπροσώπων χαρακτήρισε τον DSA ως «απειλή ξένης λογοκρισίας», που καταπατά την αμερικανική ελευθερία του λόγου.
Η ουσιαστική αδυναμία του DSA δεν είναι ότι περιορίζει την ελευθερία του λόγου, αλλά ότι οι μηχανισμοί ελέγχου της παραπληροφόρησης που θεσπίζει -όσο ατελείς κι αν είναι- αποτελούν ως ένα βαθμό εμπόδιο στη διάδοση ψευδών ειδήσεων και στη ρητορική μίσους. Η κατάργηση του DSA είναι λοιπόν ένας στόχος της κυβέρνησης Τραμπ. Και είναι ένας από τους λόγους για τη χρηματοδότηση ακροδεξιών κομμάτων. Δεν είναι τυχαίο ότι η ευρωπαϊκή ακροδεξιά, που ωφελείται από τέτοιες παρεμβάσεις, τάσσεται υπέρ της κατάργησης ή της αποδυνάμωσης του DSA – όχι φυσικά επειδή ενδιαφέρεται για την ελευθερία του λόγου, αλλά επειδή ο νόμος περιορίζει τη δυνατότητά της να διασπείρει ανεξέλεγκτα την προπαγάνδα της.
Ευθεία παρέμβαση στις εκλογικές διαδικασίες
Η ανακοίνωση έρχεται λίγο πριν από τη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου, όπου πέρυσι ο Αμερικανός Αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς είχε επιτεθεί στα ευρωπαϊκά κόμματα για την άρνησή τους να συνεργαστούν με ακροδεξιές ομάδες. Το MAGA αντίθετα αγαπά και στηρίζει τα ευρωπαϊκά ακροδεξιά κόμματα. Στη Γαλλία, το Εθνικό Συναγερμό της Μαρίν Λεπέν έχει λάβει έμμεση στήριξη μέσω παρεμβάσεων Αμερικανών διπλωματών, ενώ ο Τραμπ έχει χαρακτηρίσει τον Ούγγρο Βίκτορ Όρμπαν «πρότυπο ηγέτη». Η πιο πρόσφατη προσθήκη στο δίκτυο αυτό είναι η Πολωνία, όπου ο προεδρικός υποψήφιος Καρολ Ναβρότσκι υποστηρίχθηκε ανοιχτά από τον Λευκό Οίκο. Το γερμανικό AfD, το οποίο προηγείται πλέον στις δημοσκοπήσεις με ρεαλιστικές πιθανότητες να μπει σε περιφερειακή κυβέρνηση στη Σαξονία-Άνχαλτ τον ερχόμενο Σεπτέμβριο, έχει επίσης λάβει στήριξη από το MAGA, με τον Ίλον Μασκ και τον Τζέι Ντι Βανς να το επιδοκιμάζουν δημόσια.
Το εγχείρημα του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, ωστόσο, παραβλέπει ένα σημαντικό στοιχείο: ο Ντόναλντ Τραμπ δεν είναι δημοφιλής στην Ευρώπη. Μόλις το 16% των Βρετανών έχει θετική άποψη γι’ αυτόν, ενώ στη Γερμανία το ποσοστό πέφτει στο 11%. Ακόμη και στην Ιταλία, όπου η πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι είναι σύμμαχός του, μόλις το 15% των πολιτών τον υποστηρίζει. Αυτή η χαμηλή δημοτικότητα καθιστά την ανοιχτή σύνδεση με το MAGA εκλογικό βάρος για τα ευρωπαϊκά κόμματα, γεγονός που ήδη αρχίζει να αποτυπώνεται στις στρατηγικές τους επιλογές.
Έτσι, ενώ το AfD είχε αρχικά αγκαλιάσει με ενθουσιασμό τις επιδοκιμασίες του Μασκ και την επίθεση Βανς, η ηγεσία του έχει αποστασιοποιηθεί τελευταία δημόσια από το MAGA, καθώς προετοιμάζεται για τις κρίσιμες αναμετρήσεις στα ανατολικά κρατίδια. Παρομοίως, ακόμα και στελέχη του βρετανικού Reform UK εξέφρασαν επιφυλάξεις στο ενδεχόμενο να αποδεχτούν χρήματα από την αμερικανική κυβέρνηση, εφόσον αυτό συνεπάγεται ταύτιση με τις πρωτοβουλίες MAGA, με το φόβο ότι οι στενές σχέσεις θα τους στοιχίσουν εκλογικά. Οι στενές σχέσεις με τον Τραμπ και το MAGA φαίνεται να είναι εντέλει δίκοπο μαχαίρι.
Πηγή: infowar