Ο Τραμπ πανηγυρίζει, αλλά οι ΗΠΑ υποχωρούν
Το Ιράν βγαίνει από τη σύγκρουση τραυματισμένο αλλά οικονομικά και πολιτικά ικανό να ανασυνταχθεί, ενώ οι ΗΠΑ καλούνται να διαχειριστούν το κόστος ενός πολέμου που αποδυνάμωσε τα αποθέματα οπλικών συστημάτων τους και επιβάρυνε τους αμερικανούς καταναλωτές μέσω των αυξημένων ενεργειακών τιμών
Ανακοινώνοντας τη συμφωνία ανάμεσα σε Ουάσινγκτον και Τεχεράνη, ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ έσπευσε να συγχαρεί «όλους», προβάλλοντας την εξέλιξη ως προσωπική και εθνική επιτυχία. Λίγο αργότερα, κατευθύνθηκε προς τη γιορτή που είχε οργανώσει στον Νότιο Κήπο του Λευκού Οίκου για τα γενέθλιά του. Ωστόσο, γράφει ο Τομ Νίκολς στο Atlantic, πίσω από τους πανηγυρισμούς, η εικόνα που διαμορφώνεται είναι πολύ πιο σύνθετη και, για πολλούς αναλυτές, ιδιαίτερα δυσμενής για τις ΗΠΑ. Παρότι οι λεπτομέρειες της συμφωνίας δεν έχουν ακόμη επιβεβαιωθεί πλήρως, ο Τραμπ επιδιώκει να παρουσιάσει το αποτέλεσμα ως νίκη.
Οι Ιρανοί, ωστόσο, εμφανίζονται να κινούνται με τους δικούς τους ρυθμούς, ανακοινώνοντας ότι οι τελικές διαβουλεύσεις θα πραγματοποιηθούν στη Γενεύη. Πριν ακόμη γίνουν γνωστοί οι όροι, οι επικριτές του αμερικανού προέδρου υποστηρίζουν ότι κανένας από τους βασικούς στόχους που είχε θέσει κατά την έναρξη της σύγκρουσης δεν επιτεύχθηκε. Το Ιράν υπέστη σημαντικά πλήγματα από τις αμερικανικές και ισραηλινές επιχειρήσεις. Ωστόσο, επισημαίνει το Atlantic, η καταστροφή υποδομών και η εξόντωση στελεχών δεν οδήγησαν στην επιθυμητή πολιτική έκβαση. Το καθεστώς της Τεχεράνης παραμένει στην εξουσία, εξακολουθεί να ελέγχεται από τους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης και διατηρεί σημαντικές στρατιωτικές δυνατότητες, όπως αποθέματα πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών.
Παράλληλα, τα Στενά του Ορμούζ εξακολουθούν να βρίσκονται στη σκιά της ιρανικής επιρροής. Αν και η συμφωνία προβλέπει την ομαλή λειτουργία τους, το Atlantic γράφει ότι η δυνατότητα της Τεχεράνης να επηρεάζει τη διέλευση πλοίων παραμένει. Επιπλέον, μέρος των κυρώσεων αναμένεται να αρθεί, ενώ σημαντικά παγωμένα ιρανικά περιουσιακά στοιχεία πρόκειται να αποδεσμευθούν. Κατά συνέπεια, οι επικριτές της συμφωνίας θεωρούν ότι το Ιράν πέτυχε τον σημαντικότερο στρατηγικό του στόχο: τη διατήρηση του καθεστώτος του. Αρκετοί εκτιμούν ότι η Τεχεράνη εξέρχεται πολιτικά ενισχυμένη. Παρά τη στρατιωτική πίεση που δέχθηκε, επέζησε της αμερικανικής επίθεσης και κατόρθωσε να επιβάλει κόστος σε κράτη του Κόλπου που είχαν ταχθεί υπέρ της αμερικανικής στρατηγικής.
Δύσκολη είναι και η θέση του Ισραήλ, σημειώνει ο αρθρογράφος του Atlantic. Ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Μπένιαμιν Νετανιάχου είχε ενθαρρύνει τον Τραμπ να ακολουθήσει σκληρή γραμμή απέναντι στο Ιράν. Τελικά, φαίνεται ότι βρέθηκε στο περιθώριο των διαπραγματεύσεων. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, η Τεχεράνη συνέδεσε τη διευθέτηση της κρίσης στον Περσικό Κόλπο με τον τερματισμό των ισραηλινών επιχειρήσεων εναντίον της Χεζμπολάχ στον Λίβανο, περιορίζοντας έτσι τα περιθώρια κινήσεων της ισραηλινής ηγεσίας. Κάτι που, σύμφωνα με το Atlantic, επιβεβαιώθηκε και στην πράξη: Μετά τις νέες επιθέσεις από τη Χεζμπολάχ προς το Ισραήλ, ο αμερικανός πρόεδρος επέλεξε να καλέσει δημόσια το Ισραήλ σε αυτοσυγκράτηση, υποβαθμίζοντας τη σημασία των επεισοδίων και τονίζοντας ότι δεν πρέπει να διαταραχθεί η ειρηνευτική διαδικασία.
Η αμερικανική κυβέρνηση αναμένεται να υποστηρίξει ότι το μεγαλύτερο επίτευγμα της συμφωνίας είναι η αποτροπή της ανάπτυξης πυρηνικών όπλων στο Ιράν. Ωστόσο, οι επικριτές υπενθυμίζουν ότι ήδη από τη συμφωνία του 2015, το λεγόμενο Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης, η Τεχεράνη είχε δεσμευθεί να μην αποκτήσει πυρηνικό οπλοστάσιο. Επιπλέον, υποστηρίζουν ότι, κατά τον χρόνο έναρξης του πολέμου, το Ιράν δεν βρισκόταν κοντά στην κατασκευή πυρηνικής βόμβας, παρά τους ισχυρισμούς περί άμεσης απειλής. Αντίθετα, εκτιμάται ότι η επιδίωξη αλλαγής καθεστώτος αποτέλεσε τον πραγματικό στόχο της αμερικανικής στρατηγικής.
Από τη στιγμή που αυτός δεν επιτεύχθηκε, η επίκληση της πυρηνικής απειλής λειτουργεί ως μέσο πολιτικής δικαιολόγησης. Η συμφωνία, σημειώνει το Atlantic, προβλέπει επίσης μια μεταβατική περίοδο δύο μηνών, κατά τη διάρκεια της οποίας θα συνεχιστούν οι διαπραγματεύσεις. Ωστόσο, παραμένουν σοβαρά ερωτήματα σχετικά με την εφαρμογή των όρων. Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει αναφερθεί επανειλημμένα στην απομάκρυνση του εμπλουτισμένου ουρανίου το οποίο βρίσκεται κάτω από τα ερείπια που άφησαν πίσω τους οι αμερικανικοί βομβαρδισμοί. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν πληροφορίες ότι οι ιρανικές αρχές έχουν λάβει μέτρα ώστε να αποτρέψουν οποιαδήποτε ξένη πρόσβαση στο υλικό αυτό χωρίς τη συγκατάθεσή τους.
Η άρση του ναυτικού αποκλεισμού των ιρανικών λιμανιών σημαίνει ουσιαστικά την αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων από μια πολιτική πίεσης που δεν απέδωσε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Σύμφωνα με το Atlantic, το Ιράν αναμένεται να αποκτήσει σημαντικούς οικονομικούς πόρους μέσω αποδεσμευμένων κεφαλαίων και μελλοντικών προγραμμάτων ανασυγκρότησης. Ετσι, ενώ το Ιράν βγαίνει από τη σύγκρουση τραυματισμένο αλλά οικονομικά και πολιτικά ικανό να ανασυνταχθεί, οι ΗΠΑ καλούνται να διαχειριστούν το κόστος ενός πολέμου που αποδυνάμωσε τα αποθέματα οπλικών συστημάτων τους και επιβάρυνε τους αμερικανούς καταναλωτές μέσω των αυξημένων ενεργειακών τιμών.
Ο Τραμπ εξακολουθεί να δηλώνει ότι είναι έτοιμος να επαναφέρει τη στρατιωτική πίεση εάν το Ιράν δεν τηρήσει τις δεσμεύσεις του. Αρκετοί, όμως, αμφισβητούν κατά πόσο μια αμερικανική κοινή γνώμη κουρασμένη από τη σύγκρουση και οι ανήσυχες διεθνείς αγορές θα αποδέχονταν μια νέα πολεμική αναμέτρηση. Οταν ξεκινούσε αυτή η εκστρατεία, καταλήγει το Atlantic, ο αμερικανός πρόεδρος υποσχόταν στους ιρανούς πολίτες ότι θα τους δοθεί η ευκαιρία να απαλλαγούν από το θεοκρατικό καθεστώς και διακήρυσσε ότι θα αποδεχόταν μόνο την «άνευ όρων παράδοση». Σήμερα, όμως, το καθεστώς της Τεχεράνης παραμένει όρθιο. Και ενώ η Μέση Ανατολή προσπαθεί να προσαρμοστεί σε μια νέα, αβέβαιη πραγματικότητα, ο Ντόναλντ Τραμπ βρέθηκε να περιμένει να σταματήσει η βροχή, ώστε να ξεκινήσει η γιορτή του στον Λευκό Οίκο.