Η τελευταία μάχη του Νετανιάχου
Παρά τα πολλά και σύνθετα ζητήματα που απασχολούν το Ισραήλ, η επερχόμενη εκλογική αναμέτρηση αναμένεται να εξελιχθεί, για ακόμη μία φορά, σε δημοψήφισμα για το πρόσωπο και την πολιτική του Νετανιάχου. Τίθεται το ερώτημα αν, στα 76 χρόνια του, θα επιλέξει να αποσυρθεί, καθώς αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας και δικαστικές υποθέσεις
Το ενδεχόμενο κατάρρευσης της κυβέρνησης του Ισραήλ έχει προβλεφθεί επανειλημμένα τα τελευταία δυόμισι χρόνια και δεν είναι λίγοι εκείνοι που την έχουν ευχηθεί. Τελικά, φαίνεται ότι οι εξελίξεις οδηγούνται προς αυτήν την κατεύθυνση, με αφορμή τις πιέσεις δύο υπερορθόδοξων κομμάτων που συμμετέχουν στον κυβερνητικό συνασπισμό. Η Κνεσέτ, το ισραηλινό κοινοβούλιο, αναμένεται να ψηφίσει στις 20 Μαΐου για τη διάλυσή της, γεγονός που θα δρομολογήσει εκλογές το φθινόπωρο. Ο ισραηλινός πρωθυπουργός, Μπενιαμίν Νετανιάχου, μπορεί να προσπαθήσει να καθυστερήσει αυτή τη διαδικασία, όμως το πιθανότερο είναι ότι απλώς θα κερδίσει λίγο χρόνο, γράφει ο Εconomist, καθώς η θητεία της Βουλής λήγει ούτως ή άλλως μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου.
Η άμεση αιτία της πολιτικής κρίσης είναι η απαίτηση των υπερορθόδοξων κομμάτων για την ψήφιση νόμου που θα απαλλάσσει τους σπουδαστές θρησκευτικών σχολών από την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία. Ο Νετανιάχου εμφανίστηκε πρόθυμος να προωθήσει το μέτρο, αλλά δεν κατάφερε να εξασφαλίσει την απαιτούμενη κοινοβουλευτική στήριξη, καθώς πρόκειται για μια ιδιαίτερα αντιδημοφιλή ρύθμιση. Πολλοί Ισραηλινοί θεωρούν ότι η κυβέρνηση έχει υποκύψει υπερβολικά στα θρησκευτικά συμφέροντα εις βάρος της υπόλοιπης κοινωνίας, και το ζήτημα αυτό αναμένεται, σύμφωνα με τον Economist, να κυριαρχήσει στην προεκλογική περίοδο.
Παρά τις δυσκολίες, είναι αξιοσημείωτο ότι η κυβέρνηση κατάφερε να επιβιώσει σχεδόν ολόκληρη τη θητεία της, κάτι σπάνιο για τα ισραηλινά δεδομένα. Μετά την αιφνιδιαστική επίθεση της Χαμάς από τη Γάζα τον Οκτώβριο του 2023 και την αποτυχία του κράτους να την προβλέψει, πολλοί πίστεψαν ότι ο κυβερνητικός συνασπισμός θα κατέρρεε. Ωστόσο, ο Νετανιάχου κατάφερε να διατηρηθεί στην εξουσία, αποδίδοντας τις ευθύνες στον στρατό και τις υπηρεσίες πληροφοριών και υποσχόμενος «απόλυτη νίκη» στους πολέμους που ακολούθησαν. Παραδόξως, σημειώνει ο Εconomist, όχι μόνο κράτησε ενωμένη τη συμμαχία των δεξιών και θρησκευτικών κομμάτων, αλλά προσέλκυσε και επιπλέον στήριξη καθώς η χώρα έμπαινε σε πολεμική κινητοποίηση.
Παρ’ όλα αυτά, η πολυπόθητη νίκη δεν ήρθε. Στη Γάζα, το Ισραήλ ελέγχει ένα μεγάλο μέρος κατεστραμμένων περιοχών, ενώ η Χαμάς εξακολουθεί να διατηρεί παρουσία στο υπόλοιπο. Αλλες στρατιωτικές επιχειρήσεις των τελευταίων ετών δεν οδήγησαν σε καθοριστικά αποτελέσματα. Το Ιράν, παρά τα πλήγματα που δέχθηκε από το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες, παραμένει ανθεκτικό, ενώ στον Λίβανο η Χεζμπολάχ συνεχίζει να αντιστέκεται, παρά τις σημαντικές απώλειες στην ηγεσία της. Ο Νετανιάχου, εκτιμά ο Εconomist, εξακολουθεί να ελπίζει σε πιο επιθετική στάση των ΗΠΑ απέναντι στην Τεχεράνη, αλλά οι περισσότεροι αναλυτές θεωρούν απίθανη μια άμεση κατάρρευση του ιρανικού καθεστώτος.
Η σκιά της επίθεσης της 7ης Οκτωβρίου και των πολέμων που ακολούθησαν θα επηρεάσει καθοριστικά τις εκλογές. Ο πρώην πρωθυπουργός Ναφτάλι Μπένετ, που ηγείται ενός συνδυασμού δεξιών και κεντρώων δυνάμεων, έχει δεσμευτεί ότι, αν εκλεγεί, θα προχωρήσει άμεσα στη σύσταση επιτροπής για τη διερεύνηση των ευθυνών που οδήγησαν στην τραγωδία. Ωστόσο, γράφει ο Economist, η προεκλογική αντιπαράθεση δεν αναμένεται να επικεντρωθεί αποκλειστικά στην ηθική αποτίμηση των πολεμικών επιχειρήσεων. Παρά τις μεγάλες απώλειες αμάχων και την ανθρωπιστική κρίση στη Γάζα, η πλειονότητα των Ισραηλινών εξακολουθεί να θεωρεί ότι οι στρατιωτικές επιχειρήσεις ήταν αναγκαίες για την επιβίωση του κράτους.
Σύμφωνα με στελέχη του ακροδεξιού κόμματος Λικούντ, η δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων δεν προκύπτει τόσο από την ίδια τη διεξαγωγή των πολέμων, όσο από τη διάρκειά τους και την έλλειψη ξεκάθαρων αποτελεσμάτων. Για την αντιπολίτευση, παρ’ όλα αυτά, τα ζητήματα ξεπερνούν την εξωτερική πολιτική. Πριν από τα γεγονότα του 2023, η κυβέρνηση Νετανιάχου είχε επιχειρήσει να προωθήσει αμφιλεγόμενες μεταρρυθμίσεις που θα περιόριζαν τις εξουσίες του Ανώτατου Δικαστηρίου. Οι προτάσεις αυτές, σημειώνει ο Economist, είχαν προκαλέσει μαζικές διαδηλώσεις, καθώς θεωρήθηκαν απειλή για τη δημοκρατία. Επιπλέον, πολλοί επικρίνουν την ενίσχυση των υπερορθόδοξων κοινοτήτων με δημόσιους πόρους, παρά την πολύ χαμηλή συμμετοχή τους στην αγορά εργασίας και τη στρατιωτική θητεία.
Παρά τις πολιτικές εντάσεις, η ισραηλινή οικονομία εμφανίζεται ανθεκτική, κυρίως χάρη στον τεχνολογικό τομέα και τις αμυντικές βιομηχανίες. Το νόμισμα και το χρηματιστήριο διατηρούνται σε ισχυρά επίπεδα, ενώ η ανεργία παραμένει χαμηλή. Πολλοί πολίτες ανησυχούν, όμως, για τη δημοσιονομική διαχείριση και τη βιωσιμότητα των κοινωνικών δαπανών. Ταυτόχρονα, αυξάνονται οι ανησυχίες για τη λειτουργία της δημοκρατίας. Σύμφωνα με τον Economist, σε πρόσφατες έρευνες, πολλοί ψηφοφόροι δηλώνουν ότι μια νέα νίκη του Νετανιάχου θα ήταν απαράδεκτη. Η αυξανόμενη μετανάστευση ισραηλινών πολιτών στο εξωτερικό ενδέχεται να είναι, πέρα από συνέπεια φόβου, και ένδειξη βαθύτερης απογοήτευσης.
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ο σημερινός κυβερνητικός συνασπισμός δύσκολα θα εξασφαλίσει πλειοψηφία. Από την άλλη πλευρά, και η ίδια η αντιπολίτευση αντιμετωπίζει δυσκολίες, καθώς δεν υπάρχει ενιαία ηγεσία και ορισμένα κόμματα αρνούνται συνεργασίες με αραβικούς πολιτικούς σχηματισμούς. Αυτή η έλλειψη συνοχής, εκτιμά ο Εconomist, ενισχύει τη θέση του Λικούντ ως κυρίαρχου κόμματος. Σε αυτό το πλαίσιο, τίθεται το ερώτημα αν ο Νετανιάχου, στα 76 του χρόνια, θα επιλέξει να αποσυρθεί. Αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας και δικαστικές υποθέσεις, ενώ μια εκλογική ήττα θα μπορούσε να έχει σοβαρές συνέπειες για τον ίδιο.
Παρ’ όλα αυτά, η πολιτική του πορεία δείχνει ότι δύσκολα εγκαταλείπει τη μάχη. Ετσι, καταλήγει ο Εconomist, παρά τα πολλά και σύνθετα ζητήματα που απασχολούν τη χώρα, η επερχόμενη εκλογική αναμέτρηση αναμένεται να εξελιχθεί, για ακόμη μία φορά, σε δημοψήφισμα για το πρόσωπο και την πολιτική του Μπενιαμίν Νετανιάχου.