Logo
Εκτύπωση αυτής της σελίδας

Shanghai Grand Opera House - Η εντυπωσιακή νέα όπερα της Σανγκάης

Σχεδιασμένη από το νορβηγικό γραφείο Snohetta σαν βεντάλια που ξεδιπλώνεται στις όχθες του ποταμού Χουάνγκπου, η νέα Μεγάλη Οπερα της Σανγκάης αναμένεται να εγκαινιαστεί στις 17 Οκτωβρίου. Διαθέτει τρεις σκηνές, 4.200 θέσεις και την απαραίτητη δόση αρχιτεκτονικής μεγαλοπρέπειας. Το πιο ενδιαφέρον μέρος της, ωστόσο, είναι η στέγη της, που υπόσχεται να επανεφεύρει τον δημόσιο χώρο.

ς μεταφερθούμε νοητά στη Σανγκάη, ένα οποιοδήποτε πρωινό μετά τη 17η Οκτωβρίου του 2026. Ενας πολίτης κινείται στο EXPO Cultural Park στην περιοχή Χουτάν, στη δυτική όχθη του ποταμού Χουάνγκπου. Δεν έχει εισιτήριο για τη νεότευκτη όπερα και πιθανότατα δεν γνωρίζει ποια παράσταση ανεβαίνει εκείνο το βράδυ.

Μια φαρδιά σκάλα τον οδηγεί σε μια σπειροειδή διαδρομή γύρω από το εντυπωσιακό ολοκαίνουργο λευκό κτίριο. Λίγα λεπτά αργότερα, στέκεται στη στέγη της νέας όπερας και κοιτάζει τον ποταμό από ψηλά. Στην πραγματικότητα δεν έκανε τίποτε περισσότερο από το να συμμορφωθεί στην «υπόδειξη» της αρχιτεκτονικής.

Η παραπάνω σκηνή είναι, προς το παρόν, υποθετική. Αυτήν ακριβώς, όμως, υπόσχεται να κάνει πράξη σύντομα η Shanghai Grand Opera House. Το νέο πολιτιστικό ίδρυμα της κινεζικής μεγαλούπολης δεν ποντάρει μόνο στις τρεις υπερσύγχρονες αίθουσές του ούτε στα 146.786 τετραγωνικά μέτρα που καταλαμβάνει, αλλά και στην ιδέα ότι ένα από τα μεγαλύτερα, επιβλητικότερα και πιο σύνθετα κτίρια της Σανγκάης μπορεί να χρησιμοποιείται καθημερινά από ανθρώπους που δεν θα διαβούν ποτέ το κατώφλι του για να παρακολουθήσουν μια παράσταση.

 

© Tian Fangfang

Το άνοιγμα της βεντάλιας

Σε μια παγκόσμια μητρόπολη που έχει μάθει να προβάλλει τις φιλοδοξίες της στον αρχιτεκτονικό ιστό της, η νέα όπερα δεν επιχειρεί να ανταγωνιστεί το ύψος των ουρανοξυστών της περιοχής Πουντόνγκ. Αντιθέτως, εκτείνεται οριζοντίως.

Απλώνεται στην κυρτή όχθη του ποταμού, στην περιοχή όπου είχε λάβει χώρα η μεγαλειώδης World Expo της Σανγκάης, και μοιάζει να ανασηκώνεται καθώς η λευκή οροφή της περιστρέφεται και καταλήγει σε μια πλατφόρμα περίπου 10.000 τετραγωνικών μέτρων. Από ψηλά, θυμίζει βεντάλια που μόλις άνοιξε. Από το έδαφος, μοιάζει να αποτυπώνει την κίνηση ενός ανθρώπινου σώματος.

© Tian Fangfang

Η παρομοίωση δεν είναι αυθαίρετη. Ούτε προϊόν ποιητικής αδείας. Το νορβηγικό γραφείο Snøhetta αναζήτησε στη μορφή του κτιρίου τη ρευστότητα του χορού και του θεάτρου, επιστρατεύοντας ως αναφορά ένα αντικείμενο αναγνωρίσιμο στην κινεζική πολιτιστική παράδοση. Η βεντάλια έγινε αρχιτεκτονική, τοπίο, ακόμη και λογότυπο.

Οι ακτίνες της συνεχίζονται στα μονοπάτια του πάρκου, ενώ η σπείρα και οι καμπύλες της επιστρέφουν στο φουαγέ και στα βαθιά κόκκινα σώματα που διατρέχουν το εσωτερικό του κτιρίου. Θα μπορούσε εύκολα να είναι ακόμη ένα αρχιτεκτόνημα που αρχίζει και τελειώνει στην εικόνα του – ένα αξιοθέατο προορισμένο για καρτ-ποστάλ, λήψεις από drones και επίσημες τελετές.

Οι Snøhetta προσπάθησαν να αποφύγουν την παγίδα, μετατρέποντας το πιο εντυπωσιακό μορφολογικό εύρημά τους σε χρηστικό χώρο. Με απλά λόγια, η βεντάλια δεν σχεδιάστηκε μόνο για να φαίνεται. Αλλά για να περπατιέται.

© STUDIO FANG

Η ιστορία της νέας Μεγάλης Οπερας της Σανγκάης ξεκινά δέκα χρόνια πριν από τα εγκαίνια. Οι Snøhetta κέρδισαν τον διεθνή διαγωνισμό το 2016 και το 2019 ανέλαβαν επισήμως το έργο μαζί με το East China Architectural Design & Research Institute (ECADI), τους συμβούλους θεατρικού σχεδιασμού Theatre Projects και τη Nagata Acoustics.

Τα ονόματα μπορεί να μη λένε πολλά στον μελλοντικό θεατή. Υπενθυμίζουν, ωστόσο, κάτι που η υποβλητική εξωτερική όψη εύκολα αποκρύπτει: μια όπερα είναι πρωτίστως μηχανή. Στα σπλάχνα της μετακινούνται σκηνικά, πραγματοποιούνται πρόβες και εργάζεται ένας παλλόμενος οργανισμός τεχνικών και καλλιτεχνών. Στην αίθουσα, ακόμη και η πιο χαμηλή ανθρώπινη νότα πρέπει να φτάνει καθαρή και αναλλοίωτη μέχρι τον τελευταίο θεατή.

© Tian Fangfang

Το συγκρότημα διαθέτει τρεις αίθουσες και συνολικά 4.200 θέσεις, χωρίς όμως να επαναλαμβάνει την ίδια θεατρική συνθήκη σε διαφορετικά μεγέθη. Η κεντρική σκηνή, χωρητικότητας 2.000 θεατών, προορίζεται για τις μεγάλες παραγωγές και έχει σχεδιαστεί με ιδιαίτερη έμφαση στην ακουστική. Η δεύτερη αίθουσα διαθέτει 1.200 θέσεις και περιορίζει αισθητά την απόσταση ανάμεσα στον θεατή και τη σκηνή. Η τρίτη, με 1.000 θέσεις και μεταβλητή διάταξη, αναλαμβάνει να φιλοξενήσει τον πειραματισμό και να δοκιμάσει εάν η όπερα μπορεί πράγματι να αφορά ένα νεότερο κοινό.

© Tian Fangfang

Εξωτερικά κυριαρχούν το λευκό χρώμα και το γυαλί. Πίσω από το λευκό και γυάλινο κέλυφος η παλέτα αλλάζει. Το κόκκινο κυριαρχεί στους χώρους υποδοχής, ενώ η δρυς καλύπτει τους εξώστες και επανέρχεται σκουρόχρωμη στην κεντρική αίθουσα, όπου δεν εξυπηρετεί μόνο την αισθητική αλλά και την ακουστική. Τα μεγάλα υαλοστάσια εκθέτουν το εσωτερικό στο φυσικό φως και, όταν βραδιάζει, οι φωτισμένοι πύργοι των σκηνών μετατρέπουν ολόκληρο το κτίριο σε τμήμα του θεάματος.

Το πιο κρίσιμο κομμάτι του εγχειρήματος βέβαια βρίσκεται έξω από τις αίθουσες. Η υπερυψωμένη πλατεία της στέγης θα παραμένει, σύμφωνα με τον σχεδιασμό, προσβάσιμη 24 ώρες την ημέρα 365 ημέρες τον χρόνο. Εστιατόρια, γκαλερί, εκθεσιακοί χώροι, εκπαιδευτικά κέντρα, βιβλιοθήκες και μικροί κινηματογράφοι φιλοδοξούν να κρατούν το κτίριο ζωντανό ακόμη και όταν στις σκηνές του δεν θα υπάρχει δράση. Θεωρητικά τουλάχιστον, η όπερα δεν θα κλείνει ποτέ.

Μια συνταγή δοκιμασμένη στον ευρωπαϊκό Βορρά

Η συγκεκριμένη ιδέα έχει ήδη δοκιμαστεί με επιτυχία. Οταν η έδρα της Εθνικής Οπερας και του Μπαλέτου της Νορβηγίας, επίσης έργο των Snøhetta, άνοιξαν τις πύλες τους στο Οσλο το 2008, η κεκλιμένη μαρμάρινη στέγη του κτιρίου άλλαξε τη σχέση του με την πόλη. Οι κάτοικοι περπατούσαν επάνω της, κάθονταν δίπλα στο φιόρδ, έκαναν ηλιοθεραπεία ή φωτογράφιζαν το τοπίο.

Δεν χρειαζόταν να ξέρουν τι παιζόταν εκείνο το βράδυ. Η αρχιτεκτονική δεν τους ζητούσε να αποδείξουν ότι ανήκουν στο φιλόμουσο κοινό της υψηλής τέχνης. Στη Σανγκάη, η ίδια αρχή μεταφέρεται σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα και, προφανώς, σε εντελώς διαφορετικό πολιτικό και πολιτιστικό περιβάλλον.

Ο συνιδρυτής του γραφείου Snøhetta, Σιέτιλ Τρένταλ Τόρσεν, μιλάει για τη «δημόσια ιδιοκτησία» του κτιρίου. Η έκφραση είναι ελκυστική – και σχεδόν υποχρεωτική πλέον στο εγχειρίδιο χρήσης κάθε μεγάλου αρχιτεκτονικού έργου που σέβεται τον εαυτό του.

Το έργο της Shanghai Grand Opera House εντάχθηκε στο 13ο πενταετές σχέδιο της Κίνας (2016-2020) ως βασική πρωτοβουλία για την ενίσχυση της πολιτιστικής και διεθνούς επιρροής της Σανγκάης. Είναι, επομένως, και εργαλείο ήπιας ισχύος: ένα κτίριο που δηλώνει ότι η πόλη δεν διεκδικεί μόνο οικονομική και τεχνολογική ηγεμονία, αλλά περίοπτη θέση μεταξύ των παγκόσμιων πολιτιστικών μητροπόλεων.

Επίδειξη ισχύος επί σκηνής

Στις 17 Οκτωβρίου, η συναυλία «Shanghai Grand Opera House and Friends» θα εγκαινιάσει τη λειτουργία του θεάτρου και συγχρόνως το 25ο China Shanghai International Arts Festival. Την ίδια ημέρα ανοίγει και η εναρκτήρια περίοδος παραστάσεων υπό τον τίτλο «Born to Sing», η οποία θα διαρκέσει μέχρι τις 20 Φεβρουαρίου 2027 και θα περιλαμβάνει 47 παραγωγές, 82 παραστάσεις και περισσότερες από 100 δράσεις καλλιτεχνικής εκπαίδευσης: όπερα, συμφωνική μουσική, μπαλέτο, σύγχρονο χορό και παραδοσιακό κινεζικό μουσικό θέατρο.

© StudioSZ | Justin Szeremeta

Η πρώτη σεζόν φροντίζει να μην αφήσει καμία αμφιβολία για το εύρος των φιλοδοξιών. Τρεις νέες παραγωγές θα παρουσιαστούν για πρώτη φορά στην Ασία και μάλιστα στη μοναδική ασιατική στάση τους: η «Τόσκα» του βενετσιάνικου Teatro La Fenice, σε σκηνοθεσία Χοάν Αντόν Ρέτσι, η «Αΐντα» του Θεάτρου Μαριίνσκι υπό τον Βαλέρι Γκεργκίεφ και ο «Ιππότης με το ρόδο» της Staatsoper Unter den Linden, υπό τη διεύθυνση του Κρίστιαν Τίλεμαν.

Στο πρόγραμμα χωρούν ακόμη η Γιούτζα Γουάνγκ με τη Mahler Chamber Orchestra, η «Λίμνη των Κύκνων» από το American Ballet Theatre και – για όσους αντέχουν μεγάλες δόσεις ρωσικής μελαγχολίας – η εκτέλεση και των 15 συμφωνιών του Ντμίτρι Σοστακόβιτς από τον Γκεργκίεφ και την Ορχήστρα του Θεάτρου Μαριίνσκι, με αφορμή τη συμπλήρωση 120 ετών από τη γέννηση του συνθέτη.

Δίπλα στις εισαγόμενες εμβληματικές παραγωγές, η Σανγκάη τοποθετεί τις δικές της: την «Τουραντότ» της Shanghai Opera House, τη συμπαραγωγή του «Καρυοθραύστη» από το Shanghai Grand Theatre και το Shanghai Ballet, σύγχρονα κινεζικά έργα και μορφές παραδοσιακού μουσικού θεάτρου. Το μήνυμα είναι προσεκτικά σκηνοθετημένο. Η πόλη θέλει να υποδεχθεί τον κόσμο, αλλά και να του δείξει τι είναι σε θέση να εξάγει η ίδια.

© Tian Fangfang

Η Σανγκάη διαθέτει ήδη το Grand Theatre στην Πλατεία του Λαού, το οποίο λειτουργεί από το 1998, και μια εν γένει δραστήρια πολιτιστική σκηνή. Το νέο κτίριο δεν καλύπτει ένα κενό. Αλλάζει την κλίμακα και τη γεωγραφία. Μετακινεί μέρος της πολιτιστικής βαρύτητας προς το ποτάμι και διεκδικεί μια θέση στη μικρή λίγκα των αρχιτεκτονημάτων που γίνονται τοπόσημα. Δεν αρκεί να φιλοξενεί σπουδαίες παραστάσεις. Πρέπει να γίνεται αντιληπτό ως σύμβολο.

Το στοίχημα της επόμενης ημέρας

Τα λυρικά θέατρα υπήρξαν ανέκαθεν μνημεία κύρους και αίγλης. Από το Παρίσι και τη Βιέννη μέχρι το Σίδνεϊ και το Οσλο, αποτελούν έναν τρόπο με τον οποίο μία πόλη δηλώνει ποια πιστεύει ότι είναι – ή ποια θα ήθελε να γίνει. Η δήλωση της Σανγκάης είναι σαφής: πρόκειται για μια πόλη παγκόσμια, τεχνολογικά προηγμένη, πολιτιστικά φιλόδοξη και αρκετά σίγουρη ώστε να μετατρέπει την οροφή ενός ναού της υψηλής τέχνης σε χώρο περιπάτου.

Αυτό είναι και το στοιχείο που σώζει τη βεντάλια των Snøhetta από το να θεωρηθεί ακόμη μία φλύαρη επίδειξη αρχιτεκτονικής μεγαλομανίας. Η οροφή της προορίζεται να λερωθεί από βήματα και να χρησιμοποιηθεί από έναν δρομέα ή έναν περαστικό που δεν ενδιαφέρεται αν εκείνο το βράδυ παίζεται Πουτσίνι, Στράους ή τίποτε απολύτως.

Κανένας αρχιτεκτονικός σχεδιασμός, βέβαια, δεν εγγυάται από μόνος του τη δημιουργία δημόσιας ζωής. Η ασφάλεια, η εμπορική εκμετάλλευση και κυρίως η μετέπειτα διαχείριση θα δείξουν αν η υπόσχεση θα αντέξει μετά τη βραδιά των εγκαινίων. Τα τοπόσημα έχουν εύκολο έργο όταν είναι καινούργια και όλα επάνω τους λάμπουν.

Η πραγματική δοκιμασία έρχεται ένα συνηθισμένο πρωινό, χωρίς επίσημους καλεσμένους, κόκκινο χαλί ή μεγάλη πρεμιέρα. Στις 17 Οκτωβρίου θα σηκωθεί η πρώτη αυλαία.

Το πραγματικό στοίχημα, όμως, θα κερδηθεί ή θα χαθεί αρκετά αργότερα: όταν ένας περαστικός θα ανεβαίνει τη σπειροειδή σκάλα χωρίς να έχει στο μυαλό του τι διαδραματίζεται στις τρεις σκηνές, θα σταματά στην κορυφή, θα κοιτάζει τον Χουάνγκπου και θα χρησιμοποιεί το πιο φιλόδοξο πολιτιστικό οικοδόμημα της πόλης σαν να του ανήκει.

© Kifisia-Life. All Rights Reserved.