Υπόθεση Έπσταϊν - Αποκαλύπτονται ονόματα που είχαν αποκρυφθεί από τα αρχεία – Στο στόχαστρο πρώην πρόεδρος πανεπιστημίου
- Κατηγορία ΑΝΙΧΝΕΥΟΝΤΑΣ
- 0 σχόλια
Νέες αποκαλύψεις για το δίκτυο του Τζέφρι Έπσταϊν προκαλούν αναταράξεις στις ΗΠΑ, με τους Δημοκρατικούς να καταγγέλλουν συγκάλυψη και να ζητούν ποινικές έρευνες
Μια νέα προσπάθεια να αποκαλυφθεί ο ρόλος προσώπων που συνδέονταν με τον μαστροπό και παιδοβιαστή Τζέφρι Έπσταϊν βρίσκεται σε εξέλιξη στις Ηνωμένες Πολιτείες. Δημοκρατικοί βουλευτές επιχειρούν να φέρουν στο φως ονόματα που είχαν αποκρυφθεί από τα έγγραφα του υπουργείου Δικαιοσύνης, υποστηρίζοντας ότι η δημοσιοποίηση των αρχείων δεν συνοδεύτηκε από την απαραίτητη διερεύνηση πιθανών ευθυνών.
Στο επίκεντρο των τελευταίων αποκαλύψεων βρίσκεται ο Λίον Μπότσταϊν, ο οποίος υπήρξε επί πέντε δεκαετίες πρόεδρος του Bard College, ενός από τα γνωστότερα εκπαιδευτικά ιδρύματα της Νέας Υόρκης.
Οι καταγγελίες περιλαμβάνονται σε επιστολή του Δημοκρατικού βουλευτή Τζέιμι Ράσκιν, ο οποίος υποστηρίζει ότι ο Μπότσταϊν ενδέχεται όχι μόνο να διευκόλυνε την εγκληματική δραστηριότητα του Έπσταϊν, αλλά και να συμμετείχε σε αυτήν.

Το email που προκαλεί ερωτήματα
Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται ένα ηλεκτρονικό μήνυμα του 2014, το οποίο είχε περιληφθεί στα αρχεία που δημοσιοποίησε το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης, χωρίς ωστόσο να εμφανίζονται τα πλήρη στοιχεία του αποστολέα.
Ο αποστολέας ρωτούσε τον Έπσταϊν σχετικά με μια γυναίκα: «Είναι για μένα ή την κρατάς για τον εαυτό σου;».
Κατά τον Ράσκιν, το περιεχόμενο της επικοινωνίας είναι ιδιαίτερα επιβαρυντικό, καθώς η γυναίκα στην οποία γινόταν αναφορά φέρεται να ήταν μια νεαρή αλλοδαπή, μοντέλο και επίδοξη τραγουδίστρια, την οποία ο Έπσταϊν χειραγωγούσε με σκοπό την εκμετάλλευσή της.
Στα έγγραφα η ταυτότητά της προστατεύεται με το ψευδώνυμο Τζέιν Ντόου.
«Είναι δύσκολο να διατυπωθεί οποιαδήποτε αθώα εξήγηση για την ερώτηση του Μπότσταϊν και τα γεγονότα που τη συνόδευαν», σημείωσε ο Δημοκρατικός βουλευτής.
Οι επισκέψεις στον Έπσταϊν και ο ρόλος του Bard College
Η σχέση των δύο ανδρών είχε ήδη προκαλέσει αντιδράσεις. Εσωτερική έρευνα του Bard College αποκάλυψε ότι ο Μπότσταϊν είχε επισκεφθεί 25 φορές την κατοικία του Έπσταϊν στη Νέα Υόρκη, ενώ είχε φιλοξενηθεί και στο ιδιωτικό του νησί.
Οι αποκαλύψεις είχαν οδηγήσει τον Μάιο στην ανακοίνωση της αποχώρησής του από την προεδρία του κολεγίου. Παρ’ όλα αυτά, συνέχιζε να διατηρεί δεσμούς με το ίδρυμα, να διαμένει στην προεδρική κατοικία και να διευθύνει ορχήστρα του Bard.
Όπως αναφέρουν οι Times, οι νέες πληροφορίες που εξέτασαν οι Δημοκρατικοί δημιουργούν ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο ο Έπσταϊν αξιοποιούσε τις γνωριμίες του στον ακαδημαϊκό χώρο.
Σύμφωνα με την επιστολή του Ράσκιν, ο Έπσταϊν φέρεται να χρησιμοποίησε τη σχέση του με τον Μπότσταϊν για να πείσει τη νεαρή γυναίκα ότι μπορούσε να ακολουθήσει μια επιτυχημένη μουσική σταδιοδρομία. Τον Μάιο του 2014 κανόνισε μάλιστα συνάντησή τους, προκειμένου ο τότε πρόεδρος του κολεγίου να αξιολογήσει τις φωνητικές της ικανότητες.
Η διοίκηση του Bard ανακοίνωσε ότι εξετάζει διεξοδικά τις νέες καταγγελίες. Ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου, Μπράντον Γουέμπερ, διαβεβαίωσε ότι το ίδρυμα συνεργάζεται με την έρευνα του Κογκρέσου.

Η άρνηση του Μπότσταϊν και η παραίτηση
Ο ίδιος ο Μπότσταϊν απορρίπτει κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς, επιμένοντας ότι δεν συνέταξε ούτε απέστειλε το επίμαχο ηλεκτρονικό μήνυμα.
«Οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι γνώριζα ή συμμετείχα στην εγκληματική συμπεριφορά του Έπσταϊν είναι ψευδής», δήλωσε, εκφράζοντας την πεποίθηση ότι μια δίκαιη έρευνα θα επιβεβαιώσει τη θέση του.
Εξήγησε επίσης ότι αποφάσισε να αποχωρήσει οριστικά από το Bard προκειμένου να μην επηρεαστεί το μέλλον του ιδρύματος από τις καταγγελίες εναντίον του, τις οποίες χαρακτηρίζει αναληθείς.
Οι Δημοκρατικοί καταγγέλλουν συγκάλυψη
Η υπόθεση Μπότσταϊν εντάσσεται σε μια ευρύτερη αντιπαράθεση σχετικά με τον χειρισμό των αρχείων Έπσταϊν από τις αμερικανικές αρχές.
Το υπουργείο Δικαιοσύνης είχε ολοκληρώσει την εξέταση της υπόθεσης, ανακοινώνοντας ότι δεν εντοπίστηκε ενοχοποιητική «λίστα πελατών», ούτε επαρκή στοιχεία για εκβιασμούς επιφανών προσώπων ή για τη διερεύνηση τρίτων που δεν είχαν ήδη κατηγορηθεί.
Η δημοσιοποίηση εκατομμυρίων εγγράφων τον Ιανουάριο έφερε στο φως νέες επικοινωνίες του Έπσταϊν με προσωπικότητες της πολιτικής, της επιχειρηματικής και της ακαδημαϊκής ζωής, χωρίς ωστόσο να αλλάξει η επίσημη θέση του υπουργείου.
Ο Ράσκιν υποστηρίζει ότι τα στοιχεία για τον Μπότσταϊν βρίσκονταν στη διάθεση του FBI και του υπουργείου Δικαιοσύνης επί τουλάχιστον 18 μήνες, χωρίς να έχει ξεκινήσει ποινική έρευνα.
«Αυτά τα ηλεκτρονικά μηνύματα εμπλέκουν το υπουργείο Δικαιοσύνης σε μια εκτεταμένη και εν γνώσει του συγκάλυψη», ανέφερε, ζητώντας να διερευνηθούν οι ευθύνες του πρώην προέδρου του Bard και άλλων πιθανών συνεργών.
Κατά τους Times, οι Δημοκρατικοί εμφανίζονται αποφασισμένοι να συνεχίσουν τις αποκαλύψεις, θεωρώντας ότι η απουσία ποινικών ερευνών τους αναγκάζει να αναλάβουν οι ίδιοι πρωτοβουλίες. Το δημοσίευμα επισημαίνει ότι ο Μπότσταϊν πιθανότατα δεν θα είναι το τελευταίο πρόσωπο που θα βρεθεί στο επίκεντρο αυτής της προσπάθειας.

Το δίκτυο του Έπσταϊν και οι παραιτήσεις
Οι αποκαλύψεις έχουν ήδη προκαλέσει σημαντικές αναταράξεις σε πολιτικούς, επιχειρηματικούς και ακαδημαϊκούς κύκλους.
Περισσότερα από δώδεκα πρόσωπα έχουν παραιτηθεί από τις θέσεις τους μετά τη δημοσιοποίηση των αρχείων, μεταξύ των οποίων ο λόρδος Πίτερ Μάντελσον, πρώην πρέσβης της Βρετανίας στις ΗΠΑ, ο Λάρι Σάμερς, πρώην πρόεδρος του Χάρβαρντ, και ο Σουλτάν Άχμεντ μπιν Σουλαγιέμ, επικεφαλής της εταιρείας μεταφορών.
Παρά τις αποκαλύψεις, δεν έχουν απαγγελθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες νέες ποινικές κατηγορίες σε βάρος των συγκεκριμένων προσώπων για την υπόθεση.
Για τον Ράσκιν, ωστόσο, το βασικό ζήτημα ξεπερνά την προσωπική δράση του Έπσταϊν. Όπως υπογραμμίζει στην επιστολή του, η συστηματική εκμετάλλευση γυναικών και κοριτσιών δεν θα μπορούσε να συνεχίζεται χωρίς ένα ευρύτερο δίκτυο ανθρώπων που συμμετείχαν, διευκόλυναν ή ανέχονταν τις πράξεις του.
«Η υπόθεση του Τζέφρι Έπσταϊν δεν αφορούσε ποτέ μόνο τον ίδιο», σημείωσε, τονίζοντας ότι υπήρχαν και άλλοι δράστες που κακοποιούσαν και χειραγωγούσαν γυναίκες ακόμη και όταν εκείνος δεν ήταν παρών.
Το ερώτημα πλέον είναι εάν η δημοσιοποίηση των ονομάτων που είχαν αποκρυφθεί θα οδηγήσει σε νέες ποινικές έρευνες ή εάν οι αποκαλύψεις θα περιοριστούν, για ακόμη μία φορά, σε παραιτήσεις και πολιτικές αντιπαραθέσεις.