Logo
Εκτύπωση αυτής της σελίδας

Ο Τραμπ διστάζει να χτυπήσει τους Χούθι – και ο Μπιν Σαλμάν «δεν ξεχνά»

Ο de facto ηγέτης της Σαουδικής Αραβίας είχε προειδοποιήσει τον αμερικανό πρόεδρο να μην προχωρήσει σε πόλεμο με το Ιράν. Και τώρα καλείται να διαχειριστεί μια κρίση που δεν προκάλεσε αυτός και απειλεί τα φιλόδοξα σχέδιά του να μετατρέψει το βασίλειό του σε περιφερειακό κέντρο χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, εμπορίου. Οι σχέσεις Ουάσινγκτον - Ριάντ δύσκολο να γίνουν όπως παλιά

Η απροθυμία του Ντόναλντ Τραμπ να εμπλακεί στρατιωτικά στο πλευρό της Σαουδικής Αραβίας απέναντι στους Χούθι της Υεμένης δημιουργεί νέο πρόβλημα στις ήδη δοκιμαζόμενες σχέσεις Ουάσινγκτον – Ριάντ. Η στάση του αμερικανού προέδρου ενισχύει τις αμφιβολίες των Σαουδαράβων για το κατά πόσο μπορούν να θεωρούν τις ΗΠΑ αξιόπιστο εγγυητή της ασφάλειάς τους. Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο ευαίσθητο επειδή η Σαουδική Αραβία έχει ήδη υποστεί τις συνέπειες του πολέμου των ΗΠΑ με το Ιράν.

Ιρανικά αντίποινα έχουν πλήξει υποδομές της, ενώ το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ έχει προκαλέσει σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις. Την ίδια στιγμή, ο Τραμπ βρίσκεται υπό πίεση εξαιτίας των υψηλών τιμών της βενζίνης και της πολιτικής φθοράς που προκαλεί η σύγκρουση με την Τεχεράνη. Οι Financial Times σημειώνουν ότι, υπό αυτές τις συνθήκες, ο πρόεδρος των ΗΠΑ αποφεύγει να ανοίξει ακόμη ένα μέτωπο. 

Η ανησυχία στο Ριάντ είναι ότι η Ουάσινγκτον δεν ανταποκρίνεται σε μια κρίση που οι Σαουδάραβες θεωρούν άμεση απειλή. Για μια χώρα που επενδύει τεράστια ποσά στην περιφερειακή της ασφάλεια, το ζήτημα είναι και στρατηγικό και πολιτικό. Σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλούνται οι FT, η σαουδαραβική πλευρά ζήτησε από τις ΗΠΑ επαναλαμβανόμενες αεροπορικές επιδρομές εναντίον των Χούθι, που υποστηρίζονται από το Ιράν.

Η απάντηση ήταν ότι η Ουάσιγκτον δεν θα συμμετάσχει στη διένεξη. Η εξέλιξη προσθέτει άλλη μία δύσκολη σελίδα στη σχέση του Τραμπ με τον διάδοχο του σαουδαραβικού θρόνου, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν. Οι δύο άνδρες έχουν περάσει από τον ενθουσιώδη αμοιβαίο έπαινο στις εντάσεις. Τον περασμένο  Μάρτιο, σε επενδυτικό συνέδριο στο Μαϊάμι, ο Τραμπ αποκάλεσε τον πρίγκιπα «μεγάλο φίλο», «νικητή» και «πολεμιστή». Είκοσι λεπτά αργότερα, όμως, είπε ότι ο πρίγκιπας Μοχάμεντ «δεν φανταζόταν ότι θα μου φιλούσε τον κώλο», σε ένα παράδειγμα χυδαίας και απρόβλεπτης συμπεριφοράς εκ μέρους του αμερικανού προέδρου.

Σύμφωνα με τους FT, η δυσφορία του Ριάντ έχει βάθος. Ο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν είχε προειδοποιήσει, μαζί με άλλους ηγέτες του Κόλπου, τον Τραμπ να μην προχωρήσει σε πόλεμο με το Ιράν. Τώρα καλείται να διαχειριστεί μια κρίση που απειλεί τα φιλόδοξα σχέδιά του να μετατρέψει τη Σαουδική Αραβία σε περιφερειακό κέντρο χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, εμπορίου και τουρισμού. Οι Χούθι έχουν κλιμακώσει τις επιθέσεις τους τις τελευταίες δύο εβδομάδες. Εχουν χτυπήσει πετρελαϊκές εγκαταστάσεις στον νότο της Σαουδικής Αραβίας, ενώ εξαπέλυσαν επίθεση κατά μήκος των ακτών της Ερυθράς Θάλασσας, απωθώντας δυνάμεις που στηρίζει το Ριάντ και ενισχύοντας τον έλεγχό τους στο στενό Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, κρίσιμο πέρασμα για τη διεθνή ναυσιπλοΐα.

Πριν από λίγες ημέρες εκτόξευσαν βαλλιστικό πύραυλο εναντίον του Ριάντ, για πρώτη φορά από την επανέναρξη των εχθροπραξιών. Οι FT επισημαίνουν ότι η αμερικανική στάση δεν οφείλεται μόνο στην πολιτική δυσκολία. Η κυβέρνηση Τραμπ αντιμετωπίζει περιορισμένους πόρους και μειωμένα αποθέματα πυρομαχικών, ενώ μια νέα στρατιωτική εμπλοκή στη Μέση Ανατολή θα είχε πολιτικό κόστος ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου. Ωστόσο, οι ΗΠΑ εξακολουθούν να παρέχουν στη Σαουδική Αραβία όπλα και πληροφορίες στόχευσης, ενώ το Ριάντ διαθέτει και αμερικανικά συστήματα αεράμυνας.

Μόλις την περασμένη εβδομάδα, άλλωστε, η κυβέρνηση Τραμπ ενέκρινε πιθανή πώληση μαχητικών F-35 στη Σαουδική Αραβία, ύψους 24,3 δισ. δολαρίων, αν και η παράδοσή τους θα χρειαστεί χρόνια. Ενας σαουδάραβας αναλυτής που μίλησε στους FT αναγνωρίζει την απογοήτευση, αλλά σημειώνει ότι το Ριάντ διαθέτει τη δυνατότητα να βομβαρδίσει τους Χούθι και ότι οι αμερικανικές πληροφορίες στόχευσης του είναι χρήσιμες. Η παρουσία αμερικανικών αεροσκαφών, είπε, θα είχε κυρίως συμβολική σημασία και θα ενίσχυε το ηθικό των δυνάμεων της Υεμένης.

Υπάρχει, όμως, και μια βαθύτερη διαφορά αντίληψης. Στις ΗΠΑ και την Ευρώπη οι Χούθι αντιμετωπίζονται κυρίως ως σαουδαραβικό πρόβλημα. Στο Ριάντ θεωρούνται διεθνής πρόκληση. Οπως εξηγούν οι FT, αυτή η διαφορετική οπτική εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί η Σαουδική Αραβία ζητά από άλλους να αναλάβουν δράση, ενώ εκείνοι διστάζουν. Οι ΗΠΑ είχαν ήδη πολεμήσει τους Χούθι, επί Τραμπ και Τζο Μπάιντεν, μετά τις επιθέσεις τους σε εμπορικά πλοία στην Ερυθρά Θάλασσα. Μετά την κατάρρευση της τετραετούς εκεχειρίας τους με τη Σαουδική Αραβία, η κυβέρνηση Τραμπ διαπραγματεύθηκε μαζί τους μέσω του Ομάν.

Οι Χούθι υποστήριξαν ότι θα έπλητταν μόνο σαουδαραβικά πλοία και όχι αμερικανικά ή άλλα. Ο Τραμπ επέμεινε επίσης ότι είχαν δεσμευθεί να μην χτυπήσουν αμερικανικούς στόχους. Για το Ριάντ, όμως, το μήνυμα είναι διαφορετικό. Αν η αμερικανική στρατιωτική παρουσία ενεργοποιείται μόνο όταν απειλούνται άμεσα αμερικανικά συμφέροντα, τότε η παλιά εικόνα των ΗΠΑ ως βασικού εγγυητή της ασφάλειας του Κόλπου αλλάζει. Οι FT εκτιμούν ότι η ένταση είναι αναπόφευκτη καθώς η Ουάσινγκτον απομακρύνεται από αυτόν τον ιστορικό ρόλο.

Η Σαουδική Αραβία, ήδη, διαφοροποιεί τους εταίρους ασφαλείας της και προσπαθεί παράλληλα να βρει έναν δύσκολο τρόπο συνεννόησης με την Τεχεράνη. Μια νέα κρίση με την Ουάσινγκτον μπορεί να επιταχύνει αυτή τη διαδικασία. Και αυτό ίσως είναι το σημαντικότερο μήνυμα της υπόθεσης: δεν χρειάζεται ο Τραμπ να εγκαταλείψει τη Σαουδική Αραβία για να αλλάξει η σχέση. Αρκεί το Ριάντ να αρχίσει να αμφιβάλλει ότι, όταν θα έρθει η κρίσιμη στιγμή, οι ΗΠΑ θα είναι εκεί. 

© Kifisia-Life. All Rights Reserved.