Τζέφρι Έπσταϊν - Η καταγγελία του Χιου Χέφνερ στο FBI που φέρεται να αγνοήθηκε για 15 χρόνια
- Κατηγορία ΑΝΙΧΝΕΥΟΝΤΑΣ
- 0 σχόλια
Αγωγή επιζωσών επαναφέρει στο προσκήνιο φερόμενη καταγγελία του Χιου Χέφνερ στο FBI για τον Τζέφρι Έπσταϊν ήδη από το 2005
Νέα στοιχεία γύρω από τον τρόπο με τον οποίο το FBI διαχειρίστηκε τις πρώτες καταγγελίες σε βάρος του Τζέφρι Έπσταϊν επαναφέρουν το ερώτημα εάν οι αμερικανικές αρχές είχαν τη δυνατότητα να κινηθούν εναντίον του πολύ νωρίτερα. Στο επίκεντρο βρίσκεται η πρώην Playmate Όντρα Κρίστιανσεν, η οποία υποστηρίζει ότι είχε πέσει θύμα σεξουαλικής κακοποίησης και trafficking από τον Έπσταϊν και ότι, ήδη από το 2005, ο ιδρυτής του Playboy Χιου Χέφνερ είχε επικοινωνήσει με το FBI εκ μέρους της.
Οι πληροφορίες προκύπτουν από αγωγή που κατατέθηκε το 2024 εκ μέρους δεκάδων επιζωσών του Έπσταϊν κατά του FBI, αλλά και από έγγραφα που έχουν συμπεριληφθεί στους λεγόμενους «φακέλους Έπσταϊν» του αμερικανικού υπουργείου Δικαιοσύνης. Την υπόθεση ανέδειξε εκ νέου η δημοσιογράφος Τζούλι Κ. Μπράουν, η οποία παρακολουθεί εδώ και χρόνια την υπόθεση Έπσταϊν και είχε πραγματοποιήσει το 2018 για τη Miami Herald μία από τις έρευνες που οδήγησαν στην αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για τα εγκλήματά του. Σχετικό ρεπορτάζ δημοσίευσε και το NewsNation, επικαλούμενο την ίδια αγωγή και πρώην πράκτορα του FBI.
Ο Χέφνερ, σύμφωνα πάντα με την αγωγή, την παρότρυνε να απευθυνθεί στο FBI. Η Κρίστιανσεν του ζήτησε να επικοινωνήσει εκείνος με την υπηρεσία, θεωρώντας ότι οι διασυνδέσεις και η επιρροή του θα έκαναν τις αρχές να αντιμετωπίσουν σοβαρότερα την καταγγελία της.
Η αγωγή αναφέρει ότι ο ιδρυτής του Playboy τηλεφώνησε στο FBI «πολλές φορές» προκειμένου να μεταφέρει τις καταγγελίες της.
Η έρευνα που, σύμφωνα με την αγωγή, δεν έγινε ποτέ
Παρά τις επανειλημμένες επικοινωνίες, δεν υπάρχει μέχρι σήμερα ένδειξη ότι το FBI διερεύνησε τότε τις πληροφορίες που είχε λάβει.
Η Τζούλι Κ. Μπράουν σημειώνει ότι, αναζητώντας στα αρχεία Έπσταϊν που έχει δημοσιοποιήσει το υπουργείο Δικαιοσύνης, δεν κατάφερε να εντοπίσει τις αρχικές αναφορές της Κρίστιανσεν ή του Χέφνερ από το 2005.
Το NewsNation, από την πλευρά του, αναφέρει ότι το FBI επικοινώνησε τελικά με την Κρίστιανσεν το 2020 — δηλαδή 15 χρόνια μετά τις καταγγελίες που φέρεται να είχε μεταφέρει ο Χέφνερ και αφού ο Έπσταϊν είχε ήδη πεθάνει στη φυλακή.
Η πρώην ειδική πράκτορας του FBI Τζένιφερ Κόφινταφερ δήλωσε στο NewsNation ότι μια καθυστέρηση τέτοιας έκτασης δεν μπορεί να θεωρηθεί φυσιολογική.
«Το να περιμένεις 15 χρόνια για να πραγματοποιήσεις αυτή τη συνέντευξη και να φτάσεις πραγματικά στην ουσία της υπόθεσης είναι απλώς υπερβολικά μεγάλο χρονικό διάστημα», είπε.
Κατά την ίδια, η υπόθεση φαίνεται ότι «μπήκε στο περιθώριο», παρότι δεν θα έπρεπε να είχε συμβεί κάτι τέτοιο.
Η Κόφινταφερ επισήμανε ότι το FBI είχε διαφορετικές προτεραιότητες το 2005, καθώς μεγάλο μέρος των πόρων του είχε μετατοπιστεί μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου σε υποθέσεις αντιτρομοκρατίας και δημόσιας διαφθοράς. Ξεκαθάρισε, ωστόσο, ότι αυτό αποτελεί εξήγηση και όχι δικαιολογία για την καθυστέρηση.
Οι καταγγελίες υπήρχαν ήδη από το 1996
Η υπόθεση της Κρίστιανσεν δεν είναι η πρώτη που εγείρει ερωτήματα για το πόσα γνώριζε το FBI σχετικά με τον Έπσταϊν και πόσο νωρίς.
Η Μαρία Φάρμερ, η οποία είχε εργαστεί για τον Έπσταϊν, είχε απευθυνθεί στο FBI ήδη από το 1996, καταγγέλλοντας ότι ο Έπσταϊν κακοποιούσε ανήλικα κορίτσια και ότι υπήρχε υλικό σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών.
Σύμφωνα με την Μπράουν, έγγραφα του FBI που δημοσιοποιήθηκαν αργότερα επιβεβαιώνουν ότι η Φάρμερ είχε πράγματι καταγγείλει τόσο τον Έπσταϊν όσο και την Γκισλέιν Μάξγουελ. Η ίδια υποστηρίζει ότι η υπηρεσία όχι μόνο δεν προχώρησε ουσιαστικά την έρευνα αλλά για χρόνια δεν αναγνώριζε καν ότι είχε λάβει την καταγγελία.
Η αγωγή των επιζωσών στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στον ισχυρισμό ότι τόσο η Φάρμερ όσο και η Κρίστιανσεν πίστευαν πως οι καταγγελίες τους βρίσκονταν υπό διερεύνηση από το FBI. Για τον λόγο αυτό, σύμφωνα με τους δικηγόρους τους, δεν απευθύνθηκαν σε άλλες διωκτικές αρχές.
Η Μπράουν υπογραμμίζει ότι το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι μόνο μία συγκεκριμένη καταγγελία, αλλά ότι το FBI φέρεται να λάμβανε πληροφορίες για τον Έπσταϊν επί σειρά ετών, τουλάχιστον από το 1996.
Η καταγγελία της Κρίστιανσεν το 2020
Τον Οκτώβριο του 2020, μετά τον θάνατο του Έπσταϊν, η Κρίστιανσεν επικοινώνησε ξανά με το FBI.
Σύμφωνα με την αναφορά που περιλαμβάνεται στους φακέλους Έπσταϊν και έχει κατατεθεί ως στοιχείο στην αγωγή, η ίδια είπε στις αρχές ότι είχε βιαστεί από τον Έπσταϊν και ότι είχε πέσει θύμα trafficking επί περίπου μία δεκαετία.
Η Κρίστιανσεν κατονόμασε επίσης τον δισεκατομμυριούχο επιχειρηματία του Χονγκ Κονγκ και του Μακάο Στάνλεϊ Χο, υποστηρίζοντας ότι είχε διακινηθεί και προς εκείνον.
Η συγκεκριμένη αναφορά αποτελεί καταγγελία της ίδιας και όχι απόδειξη ότι τα γεγονότα συνέβησαν όπως περιγράφονται. Η Μπράουν σημειώνει επίσης ότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι ο Έπσταϊν και ο Χο συναντήθηκαν ποτέ.
Το όνομα του Χο εμφανίζεται πάντως σε υλικό των αρχείων της υπόθεσης του μαστροπού και παιδοβιαστή, ενώ το Μακάο αναφέρεται πολλές φορές σε συζητήσεις του Έπσταϊν για επιχειρηματικές ευκαιρίες. Ο Χο πέθανε το 2020.
Η αγωγή κατά του FBI
Η υπόθεση έχει πλέον μεταφερθεί από το ερώτημα του τι γνώριζε το FBI στο ερώτημα εάν μπορεί να θεωρηθεί νομικά υπεύθυνο για την αποτυχία του να ενεργήσει εγκαίρως.
Στην αγωγή που κατατέθηκε το 2024, δεκάδες επιζώσες υποστηρίζουν ότι η ομοσπονδιακή υπηρεσία αγνόησε ή δεν διερεύνησε επαρκώς επανειλημμένες πληροφορίες για τη δράση του Έπσταϊν.
Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση ζητεί την απόρριψη της υπόθεσης, προβάλλοντας μεταξύ άλλων το επιχείρημα ότι οι σχετικές αξιώσεις κατατέθηκαν εκπρόθεσμα.
Σύμφωνα με όσα παραθέτει η Μπράουν από τις θέσεις των ομοσπονδιακών εισαγγελέων, βάσει του Federal Tort Claims Act οι ενάγουσες όφειλαν να κινηθούν νομικά μέσα σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο από τη στιγμή της βλάβης ή από τότε που δημιουργήθηκε η βάση της αξίωσής τους.
Κατά την κυβέρνηση, επειδή οι καταγγελλόμενες πράξεις συνέβησαν μεταξύ 1996 και 2017, η προθεσμία έχει παρέλθει.
Η πλευρά των θυμάτων απαντά ότι οι γυναίκες δεν μπορούσαν να γνωρίζουν τότε την έκταση της αδράνειας του FBI. Υποστηρίζουν ότι μόνο μέσα από τη μεταγενέστερη δημοσιοποίηση εγγράφων έγινε σαφέστερο πόσες πληροφορίες είχαν φτάσει στις ομοσπονδιακές αρχές και πόσο λίγα έγιναν ως αποτέλεσμα αυτών.
Η Τζούλι Κ. Μπράουν και η παλιά κριτική για τον χειρισμό της υπόθεσης
Η Μπράουν συνδέει τη σημερινή δικαστική διαμάχη με όσα είχε αποκαλύψει ήδη στην έρευνά της στη Miami Herald το 2018 και αργότερα στο βιβλίο της Perversion of Justice.
Όπως γράφει, η έρευνά της είχε καταδείξει σοβαρές αστοχίες στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκαν οι ανήλικες που κατήγγειλαν τον Έπσταϊν.
Πολλά από τα κορίτσια, σύμφωνα με τη δημοσιογράφο, είχαν οδηγηθεί στο σπίτι του με το πρόσχημα ότι θα πληρώνονταν για να κάνουν μασάζ σε έναν πλούσιο άνδρα. Δεν γνώριζαν ότι θα τους ζητούνταν σεξουαλικές πράξεις ούτε, πολύ περισσότερο, ότι θα κακοποιούνταν.
Η Μπράουν αναφέρει επίσης ότι ο τρόπος ανάκρισης ορισμένων ανήλικων θυμάτων από πράκτορες του FBI ήταν τόσο εκφοβιστικός ώστε αρκετά κορίτσια σταμάτησαν να συνεργάζονται.
Παράλληλα, υποστηρίζει ότι οι αρχές δεν αντέδρασαν αποτελεσματικά όταν ιδιωτικοί ερευνητές του Έπσταϊν παρακολουθούσαν και πίεζαν κορίτσια και μέλη των οικογενειών τους.
Η ίδια ασκεί ιδιαίτερα σκληρή κριτική στην κυβέρνηση επειδή, όπως επισημαίνει, οι ομοσπονδιακοί εισαγγελείς επικαλούνται τώρα ακόμη και το δικό της βιβλίο για να υποστηρίξουν ότι τα θύματα θα έπρεπε να γνώριζαν ήδη αρκετά ώστε να στραφούν νωρίτερα δικαστικά κατά του FBI.
Κατά την Μπράουν, πρόκειται για ένα παράδοξο: η κυβέρνηση χρησιμοποιεί μια έρευνα που περιγράφει τις αποτυχίες του FBI στην υπόθεση Έπσταϊν για να υπερασπιστεί το FBI απέναντι σε μία αγωγή που αφορά ακριβώς αυτές τις αποτυχίες.
«Τι γνώριζε η κυβέρνηση και πότε;»
Οι ομοσπονδιακοί εισαγγελείς υποστηρίζουν ότι οι ενάγουσες θα πρέπει να αποδείξουν ότι κάποια «εξαιρετική περίσταση» τις εμπόδισε να κινηθούν εγκαίρως δικαστικά.
Για την Μπράουν, αυτή η «εξαιρετική περίσταση» μπορεί να είναι ακριβώς η μαζική δημοσιοποίηση εκατομμυρίων σελίδων από τα αρχεία του υπουργείου Δικαιοσύνης και του FBI.
Όπως υποστηρίζει, πριν από αυτή τη δημοσιοποίηση τα θύματα γνώριζαν ότι ο Έπσταϊν είχε καταφέρει για χρόνια να αποφύγει την πλήρη λογοδοσία. Δεν γνώριζαν, όμως, απαραίτητα την πλήρη έκταση των πληροφοριών που είχαν φτάσει στις αρχές.
Η δημοσιογράφος θεωρεί ότι η αγωγή πρέπει να φτάσει στη διαδικασία ανταλλαγής και αποκάλυψης αποδεικτικών στοιχείων, ώστε να γίνει γνωστό ποια ακριβώς στοιχεία διέθεταν οι ομοσπονδιακές αρχές σε κάθε χρονική στιγμή και πώς τα διαχειρίστηκαν.
Το βασικό ερώτημα που θέτει είναι εκείνο που συνοδεύει την υπόθεση Έπσταϊν εδώ και χρόνια: τι γνώριζε η αμερικανική κυβέρνηση, πότε το γνώριζε και γιατί, παρά τις επανειλημμένες καταγγελίες, χρειάστηκαν τόσα χρόνια για να κινηθούν οι αρχές εναντίον του;