Γιατί η Κίνα είναι η πραγματική παγκόσμια υπερδύναμη του πετρελαίου
- Κατηγορία ΑΝΙΧΝΕΥΟΝΤΑΣ
- 0 σχόλια
Ξεχάστε τον OPEC, την τιμή του «μαύρου χρυσού» την καθορίζει πια το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας. Η χώρα που είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας πετρελαίου στον κόσμο έχει αποκτήσει τη δυνατότητα να επηρεάζει την τιμή του περιορίζοντας ή αυξάνοντας τη ζήτηση. Επί δεκαετίες, αυτό ήταν αποκλειστικό προνόμιο των πετρελαιοπαραγωγών κρατών, αλλά η κρίση στο Ιράν απέδειξε ότι τα πράγματα άλλαξαν
Ο πόλεμος με το Ιράν προκάλεσε το μεγαλύτερο σοκ στην ιστορία της πετρελαϊκής αγοράς. Κι όμως, παρά την ένταση των συγκρούσεων και το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, η τιμή του πετρελαίου δεν έφτασε ποτέ στα 150 δολάρια το βαρέλι, όπως είχαν προβλέψει αρκετοί αναλυτές. Σύμφωνα με ανάλυση του Economist, αυτό οφείλεται όχι μόνο στις «διορθωτικές» κινήσεις των πετρελαιοπαραγωγών χωρών και των ΗΠΑ, αλλά και σε μια πολύ λιγότερο εμφανή απόφαση: η Κίνα περιόρισε δραστικά τις εισαγωγές της. Οταν τα ιρανικά πλήγματα κατέστησαν ουσιαστικά αδιάβατα τα Στενά του Ορμούζ, από όπου περνούσαν περίπου 14 εκατ. βαρέλια πετρελαίου την ημέρα, το Αμπου Ντάμπι και το Ριάντ διοχέτευσαν επιπλέον πέντε εκατ. βαρέλια μέσω αγωγών που παρακάμπτουν το κρίσιμο θαλάσσιο πέρασμα.
Παράλληλα, οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία απελευθέρωσαν δύο εκατ. βαρέλια ημερησίως από τα στρατηγικά τους αποθέματα, ενώ αρκετές φτωχότερες χώρες περιόρισαν την κατανάλωση. Η καθοριστική παρέμβαση, όμως, ήρθε από το Πεκίνο: από τον Φεβρουάριο έως τον Ιούνιο, η Κίνα μείωσε τις εισαγωγές αργού κατά περίπου 5,5 εκατ. βαρέλια ημερησίως, σχεδόν στο μισό! Κατά τον Economist, η κίνηση αυτή ήταν αρκετή ώστε να αφαιρέσει τουλάχιστον 30 δολάρια από την τιμή του Brent. Πρόκειται για μείωση μεγαλύτερη από τη μισή πτώση της παγκόσμιας ζήτησης που καταγράφηκε στα lockdown της πανδημίας, μόνο που τότε η κινεζική οικονομία, όπως και η παγκόσμια, βρισκόταν σε βαθιά επιβράδυνση.
Αυτή τη φορά το κινεζικό ΑΕΠ συνέχισε να αυξάνεται. Εδώ βρίσκεται η πραγματική αλλαγή. Η χώρα που είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας πετρελαίου στον κόσμο έχει αποκτήσει τη δυνατότητα να επηρεάζει την τιμή του περιορίζοντας ή αυξάνοντας τη ζήτηση. Επί δεκαετίες, αυτό ήταν αποκλειστικό προνόμιο του ΟΠΕΚ και των συμμάχων του, που μπορούσαν να επηρεάζουν την αγορά ελέγχοντας την προσφορά. «Η Κίνα είναι ο νέος ΟΠΕΚ», όπως το έθεσε χαρακτηριστικά στον Economist ένας επικεφαλής εταιρείας εμπορίας πετρελαίου. Η Κίνα διαθέτει τρεις βασικούς τρόπους για να επηρεάζει την παγκόσμια αγορά. Ο πρώτος είναι τα αποθέματά της.
Κατά τους 12 μήνες έως τις αρχές του 2026, όταν η πτώση των τιμών δημιουργούσε την προοπτική ενός «υπερπλεονάσματος» πετρελαίου, το Πεκίνο αγόρασε περίπου 200 εκατ. βαρέλια, αυξάνοντας τα ήδη τεράστια αποθέματά του, που υπολογίζονταν σε περίπου 1 δισ. βαρέλια. Οταν άρχισε ο πόλεμος, η Κίνα έκανε το αντίθετο: αντί να αγοράζει, άρχισε να καταναλώνει τα αποθέματα που είχε συγκεντρώσει. Μέχρι τον Ιούλιο είχε μειώσει τα αποθέματά της κατά τουλάχιστον 70 εκατ. βαρέλια, ενώ αν υπολογιστούν και οι ποσότητες που βρίσκονταν σε πλωτές αποθήκες και άλλες εγκαταστάσεις, η άντληση έφτασε περίπου τα 150 εκατ. βαρέλια μέσα σε τρεις μήνες.
Αυτό αντιστοιχεί σε περίπου 1,5 εκατ. βαρέλια την ημέρα. Σε συνδυασμό με το περίπου 1 εκατ. βαρέλια ημερησίως που η Κίνα έπαψε να αγοράζει για να αναπληρώνει τα αποθέματά της, η διαχείριση των αποθεμάτων εξηγεί σχεδόν τα μισά από τα 5,5 εκατ. βαρέλια της ημερήσιας μείωσης των εισαγωγών. Το δεύτερο εργαλείο, γράφει ο Economist, είναι οι εξαγωγές διυλισμένων προϊόντων. Η Κίνα είναι η δεύτερη μεγαλύτερη διυλιστική δύναμη στον κόσμο και συνήθως εξάγει μεγάλες ποσότητες καυσίμων στην υπόλοιπη Ασία. Τον περασμένο Μάρτιο, όμως, η κυβέρνηση ζήτησε από τα διυλιστήρια να σταματήσουν να υπογράφουν νέες συμφωνίες εξαγωγής και να περιορίσουν παλαιότερες.
Μέσα σε δύο μήνες οι εξαγωγές διυλισμένων προϊόντων μειώθηκαν σχεδόν κατά το ήμισυ. Ετσι, περισσότερο πετρέλαιο που κανονικά θα κατέληγε σε εξαγωγές μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στο εσωτερικό. Παράλληλα, τα κινεζικά διυλιστήρια μπορούσαν να κατευθύνουν πρώτες ύλες προς προϊόντα που ήταν κρίσιμα για την εγχώρια αγορά. Το κόστος για τις επιχειρήσεις ήταν υψηλότερο, αλλά για το κινεζικό κράτος αυτό ήταν ένα τίμημα που μπορούσε να αποδεχθεί. Το τρίτο και ίσως πιο εντυπωσιακό εργαλείο ήταν η ίδια η κατανάλωση. Τον Ιούνιο τα κινεζικά διυλιστήρια επεξεργάζονταν 2,7 εκατ. βαρέλια λιγότερα την ημέρα σε σχέση με έναν χρόνο πριν.
Η παραγωγή βενζίνης μειώθηκε κατά 14%, ενώ εκείνη του ντίζελ και του αεροπορικού καυσίμου κατά 21%. Η αλλαγή, σημειώνει ο Economist, φαίνεται και στους δρόμους. Με τις τιμές των καυσίμων να αυξάνονται, περισσότεροι Κινέζοι χρησιμοποιούν μετρό, ποδήλατα και ταξί, πολλά από τα οποία είναι ηλεκτρικά. Στις διακοπές του Μαΐου, η φόρτιση ηλεκτρικών αυτοκινήτων στους αυτοκινητοδρόμους αυξήθηκε σχεδόν κατά 55%. Οι εσωτερικές αεροπορικές μετακινήσεις περιορίστηκαν και μέρος της ζήτησης μεταφέρθηκε στα τρένα. Ο Σιράν Χίλιε της Διεθνούς Υπηρεσίας Ενέργειας εκτιμά ότι τους πρώτους μήνες του πολέμου η κατανάλωση βενζίνης και κηροζίνης στην Κίνα μειώθηκε κατά 10%.
Η κινεζική οικονομία αποδεικνύεται αρκετά ευέλικτη ώστε να απορροφήσει αυτό το ενεργειακό σοκ. Οι τεράστιες επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές και ηλεκτρικές μεταφορές έχουν μειώσει την εξάρτηση από το πετρέλαιο, ενώ η χρόνια υπερπαραγωγή σε βιομηχανίες όπως τα πετροχημικά έχει δημιουργήσει μεγάλα αποθέματα προϊόντων. Αυτό, τονίζει ο Economist, δεν σημαίνει ότι η Κίνα μπορεί να συνεχίσει επ’ αόριστον να εισάγει 5,5 εκατ. βαρέλια λιγότερα την ημέρα. Τα αποθέματα είναι μεγάλα, αλλά πεπερασμένα. Σε αυτό διαφέρει από τον ΟΠΕΚ, ο οποίος μπορεί θεωρητικά να διατηρεί επί χρόνια περιορισμένη παραγωγή. Η Κίνα δεν μπορεί να περιορίζει για πάντα τις εισαγωγές της.
Ωστόσο, ο πόλεμος απέδειξε ότι το Πεκίνο μπορεί, για πολλούς μήνες, να σταθεροποιήσει μόνο του την παγκόσμια αγορά πετρελαίου. Και αυτό αλλάζει την ισορροπία δυνάμεων. Ο ΟΠΕΚ εξακολουθεί να ελέγχει τεράστιο μέρος της παγκόσμιας προσφοράς. Ομως η ισχύς του περιορίζεται από τις εσωτερικές διαφωνίες και τα προβλήματα παραγωγικής ικανότητας ορισμένων μελών του. Η Κίνα, αντίθετα, διαθέτει κάτι που κανένας άλλος μεγάλος εισαγωγέας δεν έχει στον ίδιο βαθμό: ένα συγκεντρωτικό κράτος που μπορεί να μεταβάλλει γρήγορα την ενεργειακή ζήτηση, να αξιοποιεί αποθέματα, να ελέγχει εξαγωγές και να ανακατευθύνει την οικονομική δραστηριότητα.
Η νέα πραγματικότητα, λοιπόν, δεν είναι ότι η Κίνα έγινε παραγωγός πετρελαίου. Είναι ότι έγινε τόσο μεγάλη καταναλώτρια, ώστε η ίδια η κατανάλωσή της αποτελεί γεωπολιτικό όπλο. Αν ο ΟΠΕΚ επί δεκαετίες μπορούσε να κινεί τις τιμές ανοίγοντας ή κλείνοντας τις στρόφιγγες της προσφοράς, το Πεκίνο απέδειξε ότι μπορεί να κάνει κάτι αντίστοιχο από την άλλη πλευρά της αγοράς: κλείνοντας ή ανοίγοντας τη στρόφιγγα της ζήτησης. Και αυτό, όπως καταλήγει ο Economist, είναι μια εξέλιξη που οι πετρελαιοπαραγωγοί θα πρέπει πλέον να υπολογίζουν.