Ο πόλεμος που θα μπορούσε να καταπιεί τον κόσμο
- Κατηγορία ΑΝΙΧΝΕΥΟΝΤΑΣ
- 0 σχόλια
Η Iστορία έχει δείξει ότι οι μεγάλες καταστροφές συχνά δεν ξεκινούν από μια μοναδική απόφαση. Πολλοί άνθρωποι το καλοκαίρι του 1914 ή λίγο πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν πίστευαν ότι η κρίση θα εξελισσόταν σε παγκόσμια σύγκρουση μέχρι τη στιγμή που ήταν πλέον αργά. Οι παραλληλισμοί και τα (αμερικανικά) αδιέξοδα με το Ιράν είναι ανησυχητικοί...
Το πιο ανησυχητικό σενάριο για τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι πλέον μόνο ότι ο Ντόναλντ Τραμπ επέλεξε να ανοίξει ένα νέο πολεμικό μέτωπο με το Ιράν. Είναι ότι μπορεί να χάσει τον έλεγχο της εξέλιξης αυτής της σύγκρουσης. Η αμερικανική κυβέρνηση, γράφουν οι New York Times, βρίσκεται μπροστά σε ένα δύσκολο στρατηγικό αδιέξοδο: κάθε πιθανή επιλογή κρύβει σοβαρούς κινδύνους, ενώ η συνέχιση της σημερινής πορείας μπορεί να οδηγήσει σε μια παρατεταμένη κρίση χωρίς σαφή έξοδο. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο στρατιωτικό. Είναι κυρίως πολιτικό. Η αρχική εκτίμηση της Ουάσιγκτον φαίνεται ότι βασίστηκε στην υπόθεση πως μια περιορισμένη εκστρατεία αεροπορικών πληγμάτων θα μπορούσε να επιφέρει γρήγορα αποτελέσματα.
Η πίεση θα αποδυνάμωνε το καθεστώς της Τεχεράνης, θα προκαλούσε εσωτερικές αναταράξεις και ίσως θα οδηγούσε σε μια αλλαγή ισορροπιών χωρίς την ανάγκη μιας μεγάλης χερσαίας εμπλοκής. Ομως, όπως σχολιάζουν οι NΥΤ, αυτή η λογική αντιμετώπιζε το Ιράν σαν να ήταν μια επανάληψη του Ιράκ του 2003. Και εκεί βρίσκεται η βασική διαφορά. Το Ιράν είναι πολύ μεγαλύτερη χώρα, διαθέτει ισχυρότερες δομές ασφαλείας, βαθύτερες κοινωνικές και πολιτικές ρίζες και ένα εκτεταμένο δίκτυο συμμάχων και οργανώσεων επιρροής σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Η αμερικανική στρατηγική επιχείρησε να πετύχει μια μεγάλη πολιτική αλλαγή με πολύ μικρότερη στρατιωτική προσπάθεια από εκείνη που είχε απαιτηθεί για την ανατροπή του καθεστώτος του Σαντάμ Χουσεΐν.
Το κρίσιμο ερώτημα, λοιπόν, είναι τι περίμενε η Ουάσιγκτον ότι θα συμβεί μετά τα πρώτα πλήγματα. Η απάντηση φαίνεται να είναι ότι υπήρχε υπερβολική εμπιστοσύνη στην ιδέα πως η στρατιωτική πίεση θα οδηγούσε τον αντίπαλο σε γρήγορη υποχώρηση. Οπως γράφουν οι NΥΤ, όταν μια τέτοια στρατηγική αποτυγχάνει, το επόμενο βήμα συχνά γίνεται η κλιμάκωση: περισσότερες επιθέσεις, μεγαλύτερη πίεση και η ελπίδα ότι κάποια στιγμή ο αντίπαλος θα αναγκαστεί να παραδοθεί. Αυτό είναι το επικίνδυνο σημείο στο οποίο βρίσκεται σήμερα η κρίση. Οι δημόσιες τοποθετήσεις του αμερικανού προέδρου αντανακλούν αυτή την αβεβαιότητα.
Τη μια στιγμή ανακοίνωσε ότι προετοιμάζεται νέα σειρά αεροπορικών επιδρομών, υποστηρίζοντας ότι κάποια στιγμή η Τεχεράνη θα φτάσει στα όριά της. Λίγο αργότερα ανακοίνωσε αναστολή της επίθεσης, λέγοντας ότι υπήρξαν εκκλήσεις από το Ιράν και άλλες χώρες της περιοχής για αποκλιμάκωση. Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι η κατάσταση έχει ήδη ξεπεράσει το επίπεδο μιας απλής διαπραγμάτευσης. Οπως υπογραμμίζουν οι NΥΤ, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν συνηθίσει επί δεκαετίες να θεωρούν ότι διαθέτουν τη δύναμη να καθορίζουν όχι μόνο την έναρξη μιας σύγκρουσης αλλά και την κατάληξή της. Αυτή η βεβαιότητα δοκιμάζεται πλέον από έναν κόσμο στον οποίο οι αντίπαλοι διαθέτουν περισσότερες δυνατότητες να προκαλέσουν κόστος.
Οι πόλεμοι στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν ήταν εξαιρετικά δύσκολοι και αμφιλεγόμενοι, όμως είχαν ένα χαρακτηριστικό που περιόριζε τον κίνδυνο γενικευμένης σύγκρουσης: οι μεγάλοι αντίπαλοι των ΗΠΑ παρέμεναν σε μεγάλο βαθμό εκτός παιχνιδιού. Η Ρωσία και η Κίνα δεν είχαν τότε την ίδια διάθεση ή δυνατότητα να αμφισβητήσουν άμεσα την αμερικανική ισχύ. Σήμερα η εικόνα είναι διαφορετική. Το Ιράν έχει αποδείξει ότι μπορεί να πλήξει αμερικανικές βάσεις και συμμάχους του στην περιοχή. Παράλληλα, οι επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές και η απειλή για την ελεύθερη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ δημιουργούν κινδύνους που ξεπερνούν τα όρια της Μέσης Ανατολής και αγγίζουν την παγκόσμια οικονομία.
Σύμφωνα με τους NΥΤ, η σύγκρουση έχει ήδη αρχίσει να αποκτά περιφερειακή διάσταση. Οι Χούθι της Υεμένης έχουν εμπλακεί πιο ενεργά, διευρύνοντας το μέτωπο στην Ερυθρά Θάλασσα, ενώ η Σαουδική Αραβία εξετάζει στρατιωτικές επιλογές εναντίον τους. Παράλληλα, η Ουκρανία και η Ρωσία συνεχίζουν να κινούνται σε ένα εξαιρετικά επικίνδυνο περιβάλλον, όπου κάθε νέο επεισόδιο μπορεί να προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις. Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η πιθανότητα αυξημένης εμπλοκής της Μόσχας και του Πεκίνου. Οι NΥΤ επικαλούνται πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες Ρωσία και Κίνα μπορεί να παρέχουν στο Ιράν τεχνολογική και πληροφοριακή υποστήριξη, η οποία βελτιώνει τις δυνατότητές του σε πυραυλικές και μη επανδρωμένες επιθέσεις.
Την ίδια στιγμή, η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει έναν λιγότερο ορατό αλλά κρίσιμο περιορισμό: τα αποθέματα προηγμένων πυρομαχικών. Η αντιμετώπιση φθηνών drones ή πυραύλων με εξαιρετικά ακριβά αμυντικά συστήματα μπορεί να λειτουργεί βραχυπρόθεσμα, αλλά δημιουργεί ένα δύσκολο πρόβλημα αν η σύγκρουση παραταθεί. Μια χώρα μπορεί να κερδίζει κάθε μεμονωμένη αναμέτρηση και παρ’ όλα αυτά να εξαντλεί σταδιακά τις δυνατότητές της. Οπως παρατηρούν οι NΥΤ, η μεγαλύτερη ανησυχία σήμερα δεν είναι ότι ένας παγκόσμιος πόλεμος είναι αναπόφευκτος. Δεν είναι. Είναι όμως ότι οι μηχανισμοί που στο παρελθόν περιόριζαν την κλιμάκωση λειτουργούν πλέον υπό τεράστια πίεση.
Η Iστορία έχει δείξει ότι οι μεγάλες καταστροφές συχνά δεν ξεκινούν από μια μοναδική απόφαση, αλλά από μια σειρά μικρών βημάτων που κανείς δεν θεωρεί ότι θα οδηγήσουν στο χειρότερο σενάριο. Πολλοί άνθρωποι το καλοκαίρι του 1914 ή λίγο πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν πίστευαν ότι η κρίση θα εξελισσόταν σε παγκόσμια σύγκρουση μέχρι τη στιγμή που ήταν πλέον αργά. Η λύση δεν μπορεί να είναι μόνο στρατιωτική. Χρειάζεται διπλωματία, πολιτική αυτοσυγκράτηση και ισχυρούς θεσμικούς μηχανισμούς ελέγχου. Οι NΥΤ επισημαίνουν ότι το αμερικανικό Κογκρέσο έχει έναν κρίσιμο ρόλο, καθώς η συγκέντρωση εξουσίας στην εκτελεστική ηγεσία μπορεί να οδηγήσει σε επικίνδυνες αποφάσεις χωρίς επαρκή αντίβαρα.
Οι πολίτες συχνά θεωρούν την εξωτερική πολιτική μακρινό ζήτημα, μέχρι τη στιγμή που οι συνέπειές της εισβάλλουν στην καθημερινή ζωή τους. Τότε γίνεται το μοναδικό ζήτημα που έχει πραγματική σημασία. Η μεγάλη δοκιμασία για τις δημοκρατίες δεν είναι μόνο να αντιμετωπίσουν μια καταστροφή όταν αυτή συμβεί. Είναι να αναγνωρίσουν τον κίνδυνο εγκαίρως και να δράσουν πριν μια κρίση που φαίνεται ελεγχόμενη μετατραπεί σε κάτι πολύ μεγαλύτερο.