Logo
Εκτύπωση αυτής της σελίδας

Citizen Vigilante - Ένα μίνι-μανιφέστο για την ακροδεξιά

Υπό φυσιολογικές συνθήκες, δε μπορούμε για νομικούς λόγους να προτρέψουμε κάποιον να δει πειρατικά μια ταινία. Επειδή όμως, ο Ίλον Μασκ αποφάσισε να ανεβάσει στο Twitter δημόσια την ταινία Citizen Vigilante για 48 ώρες, είμαστε σίγουροι πως το εφευρετικό μας κοινό μπόρεσε να τη βρει και να τη δει, χωρίς να χρειαστεί να τη στηρίξει ποτέ σε κάποιον κινηματογράφο.

του Έκτορα-Ξαβιέ Δελαστίκ

Θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει απλή σύμπτωση το γεγονός ότι για μια ταινία χτισμένη γύρω από το ζήτημα των σεξουαλικών επιθέσεων, ο σκηνοθέτης Ούβε Μπολ επέλεξε πρωταγωνιστή ο οποίος είχε κατηγορηθεί το 2021 για σειρά σεξουαλικών επιθέσεων. Το γεγονός όμως, ότι ο σκηνοθέτης και ο Ίλον Μασκ χρησιμοποίησαν την πλατφόρμα του δεύτερου για να διαφημίσουν την ταινία μετά από ένα αποτυχημένο δεκαήμερο προβολών, σημαίνει πως αξίζει να συζητήσουμε τους λόγους για τους οποίους η ακροδεξιά δοκιμάζει να τη μετατρέψει σε μίνι-μανιφέστο.

Το γεγονός ότι έχει ανακοινωθεί ήδη το sequel της ταινίας, σημαίνει πως η απόφαση αφορά το όραμα του σκηνοθέτη και των παραγωγών για την ταινία, ανεξαρτήτως του κατά πόσο θα αποδειχθεί οικονομική αποτυχία ή επιτυχία. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να μελετήσουμε όχι μόνο το όραμα (όπως αυτό εκφράζεται στην ταινία), αλλά και τη σημειολογία που χρησιμοποιεί, όπως και το κοινό στο οποίο απευθύνεται.

Πριν όμως κλείσουμε αυτήν την ενότητα, ένα αρκετά σημαντικό στοιχείο είναι το γεγονός ότι ο αρχικός τίτλος της ταινίας ήταν “The Dark Knight” (Ο Σκοτεινός Ιππότης). Πέρα από την προφανή αισθητική «απειλητικού προστατευτισμού», είναι ο τίτλος της τριλογίας ταινιών Batman. Αυτό φυσικά οδήγησε σε «μια φιλική συζήτηση» μεταξύ σκηνοθέτη και της Warner Bros, η οποία οδήγησε στην άμεση αλλαγή ονόματος στο απόλυτα πεζό και σαφές Citizen Vigilante. Το οποίο μπορεί να μεταφράζεται λεξιλογικά ως «πολίτης-πολιτοφύλακας», αλλά η σημερινή χρήση της λέξης “vigilante” έχει μια πολύ σαφή φόρτιση «οπλισμένου αυτόκλητου εκδικητή που περιπολεί».

Ό,τι συναισθήματα και να έχει κανείς για τις ιστορίες του Batman και τον τρόπο που έχουν αποδοθεί σε κόμικ και ταινίες, παραμένει το γεγονός ότι είναι η αποτύπωση του υγρού ονείρου κάθε ολοκληρωτικού ανθρώπου για την αστυνόμευση. Η κύρια διαφορά του υπερήρωα από τις διωκτικές αρχές της πόλης είναι το γεγονός ότι έχει δώσει στον εαυτό του την άδεια και τη δυνατότητα να ασκεί άμεση, μη εποπτευόμενη βία. Είτε αυτή χρησιμοποιείται για ανάκριση, είτε για εκδίκηση, είτε για νουθεσία, συνεχίζει με δομικό τρόπο να υπονοείται πως αν και οι επίσημες διωκτικές αρχές του Γκόθαμ είχαν την ίδια ελευθερία κινήσεων, θα αντιμετώπιζαν το έγκλημα της πόλης πολύ πιο άμεσα και αποτελεσματικά. Οι ερευνητικές ικανότητες και τα γκάτζετ έρχονται να πλαισιώσουν αυτόν τον πυρήνα.

Κατά τη γνώμη μας, αυτή η σύνδεση είναι πολύ πιθανό να έφερε στο μυαλό του σκηνοθέτη το “Dark Knight” ως πρώτο τίτλο της ταινίας (είτε ενσυνείδητα είτε όχι) ως μια κομψή περίληψή της. Αξίζει όμως να αναφέρουμε πως στη σύγχρονη ακροδεξιά σημειολογία χρησιμοποιείται πολύ περισσότερο ο Punisher, αντι-ήρωας πρώην στρατιωτικός ο οποίος έχει πολύ πιο έντονο το μοτίβο της εκδίκησης και της εκτέλεσης εγκληματιών.

Η εθνική ταυτότητα του πρωταγωνιστή είναι επίσης ένα σημαντικό στοιχείο, καθώς πρόκειται για έναν αμερικανό πολίτη ο οποίος έχει μπει παράνομα στην ευρωπαϊκή χώρα και χειρίζεται ένα δίκτυο επιχειρήσεων και μια προσωποπαγή απόδοση αντεκδίκησης με αδιαφορία για την κοινωνία και τους νόμους του μέρους στο οποίο βρίσκεται. Θα μπορούσε να πει κανείς πως εκφράζει τη φαντασίωση των ΗΠΑ ως του παγκόσμιου ιδιοκτήτη ακινήτων, στον οποίο όλοι οφείλουν να πληρώνουν νοίκι και που τηρεί την τάξη στα διαμερίσματά “του” κατά το δοκούν. Από πλευράς επιχειρηματικής λογικής, είναι εύλογο να έχει αυτό το χαρακτήρα μια ταινία που απευθύνεται σε ακροδεξιό κοινό των Ηνωμένων Πολιτειών, την εποχή της κατάρρευσης της αμερικανικής αυτοκρατορίας, απευθυνόμενη στην πυγμή που θέλει να φαντασιώνεται πως ακόμα έχει.

“All behavior can be traced back to instincts”

Αυτή η φράση εμφανίζεται σε μαύρη οθόνη στο πρώτο δευτερόλεπτο της ταινίας. Στο πλαίσιο της ταινίας έχει μια ιδιαίτερη ιστορική σημειολογία, η οποία αναλύεται με πολλά παραδείγματα στο βιβλίο “Η Γλώσσα του Γ’ Ράιχ” του Β. Κλέμπερερ. Αναλύεται η εξύψωση του “Τεύτωνα” από τη ναζιστική προπαγάνδα (πάντα στον ενικό) ως πλάσματος πρωτίστως του ενστίκτου και του συναισθήματος, σε αντίθεση με τους “άλλους” (κυρίως τους Εβραίους), οι οποίοι είναι ταυτόχρονα “πλάσματα της λογικής και της ανάλυσης” και “επικίνδυνοι για την ποιότητα της φυλής”. Φυσικά αυτή η αντιμετώπιση της σκέψης ως κάτι ύποπτο, εχθρικό και δυνητικά προδοτικό, δεν ήταν καινοτομία των Ναζί. Ήταν συστατικό στοιχείο της πολιτιστικής ταυτότητας του φασιστικού ρεύματος του Μουσολίνι, το οποίο πήραν και ενέταξαν στο γερμανικό ρομαντισμό κατά τη δημιουργία της ναζιστικής ταυτότητας.

Ο λόγος για τον οποίον κάνουμε αυτήν την εισαγωγή είναι πως σε όλη την ταινία, ο πρωταγωνιστής προβαίνει σε μια σειρά εκδικητικών πράξεων κατά εγκληματιών παρουσιαζόμενος ως άτομο που κινείται από ένστικτο και που δίνει διέξοδο στο ένστικτο εκδίκησης των θυμάτων. Το γεγονός ότι από την εκπνοή των πρώτων 5 λεπτών η παρουσίαση της δράσης του από δελτίο ειδήσεων γίνεται με σχεδόν σεξουαλική φόρτιση στο λόγο, δεν αφήνει κανένα περιθώριο για το ότι η ταινία απαιτεί να τον θαυμάσουμε.

Η σεξουαλική φόρτιση δεν είναι τυχαία επιλογή, καθώς οι παρεκβάσεις “αναρτήσεων” σε Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης που εμφανίζονται μετά από τις δολοφονίες που διαπράττει έχουν όλες μια συναισθηματική-σεξουαλική χροιά. Καμία δεν περιγράφει γιατί ο/η εκάστοτε influencer συμφωνεί νοητικά με τη δράση αυτή, αλλά μόνο εκδηλώνουν επιθυμία για το δράστη προσωπικά, την ύπαρξή του, τη δράση του και το να υπάρξουν και άλλοι σαν αυτόν.

Ίσως η κορύφωση αυτής της δυναμικής βρίσκεται στη σχέση μεταξύ του ντετέκτιβ της Ιντερπόλ Χένρι, ο οποίος κυνηγά τον (αρχικά ανώνυμο) πρωταγωνιστή Μάικλ. Μετά από το βαρύ τραυματισμό του από βόμβα του πρωταγωνιστή, δέχεται κλήση στο νοσοκομείο, όπου ο τελευταίος του ζητά να διαβιβάσει το διάγγελμά του στην κυβέρνηση ή/και στο κοινό. Το γεγονός ότι ο ντετέκτιβ της Ιντερπόλ συνεργάζεται σχεδόν αμέσως, μετά από μια ηθική διαπραγμάτευση-αστραπή “για τα μάτια του κόσμου” έχει μια δυναμική που βρίσκεται στον πυρήνα της αντίληψης της ακροδεξιάς για το σεξ και των ερωτισμό.

Συγκεκριμένα πρόκειται για την αντίληψη πως η επιβολή δια της βίας μαζί με μετρημένο τόνο φωνής μπορεί να είναι εργαλείο για την καθυπόταξη και την “αναμόρφωση” ενός ανθρώπου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, πρόκειται για το όργανο της τάξης που υποτάσσεται στον αυτόκλητο προστάτη και την ιδεολογία του. Πρόκειται επίσης για την αντίληψη πως οι όποιες αντιστάσεις και όρια έχει ένα άτομο μπορούν να καμφθούν με λίγη επιμονή και χειριστικότητα, όπως έχει κάνει ο πρωταγωνιστής καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας, όποτε χρειάζεται τη συγκατάθεση κάποιου θύματος ώστε να εξαπολύσει εκδικητικό μένος, μετατρέποντας τα θύματα σε θύτες δι’ αντιπροσώπου. Στην τελευταία ενότητα θα γίνει σαφές γιατί επιμένουμε σε αυτό το σημείο.

“When justice is denied, instincts turn to vengeance”

Αυτή είναι η δεύτερη φράση που εμφανίζεται σε μαύρη οθόνη στην αρχή της ταινίας. Θα μπορούσε να είναι επίσης η περίληψη του διαγγέλματος που ο πρωταγωνιστής κινηματογραφεί, σχεδόν με το που εμφανίζεται. Σκηνοθετικά, αυτή η επιλογή προετοιμάζει το κοινό πως βλέποντας το διάγγελμα, στην υπόλοιπη ταινία θα δει τον τρόπο με τον οποίο αυτή η θεωρία εφαρμόζεται στην πράξη. Με άλλα λόγια, η δομή των πρώτων λεπτών της ταινίας είναι η δομή μιας ταινίας κατήχησης και νουθεσίας. Ακριβώς στη μέση της ταινίας (τη στιγμή που αποπειράται να χτίσει ένταση εν αναμονή μακροσκελούς πιστολιδιού) έρχεται το βασικό μήνυμα της ταινίας από το δελτίο ειδήσεων, το οποίο παρουσιάζει τη διαχείριση της μετανάστευσης ως “τί έχουμε να κερδίσουμε από αυτούς σε σχέση με το τί κοινωνικό κόστος έχει η μετανάστευση”. Φυσικά το μήνυμα σε όλη την ταινία είναι πως το ισοζύγιο αυτό είναι αρνητικό, αλλά με αυτήν την παράμετρο θα ασχοληθούμε στην τελευταία ενότητα.

Στη διάρκεια της ταινίας, η κύρια “πηγή του κακού” παρουσιάζεται να είναι συγκεκριμένα οι μετανάστες (χωρίς χαρτιά). Το ενδιαφέρον είναι πως τα άμεσα θύματα είναι αποκλειστικά νεαρές γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας (με ή χωρίς παιδιά). Κατά τη διάρκεια της ταινίας λοιπόν καλλιεργείται η διχοτόμηση μεταξύ γυναικών που υπάρχουν μόνο ως θύματα και νεαρών ανδρών που είναι επικίνδυνοι ή προστάτες (πάντα ενστικτωδώς). Καμία άλλη μορφή εγκλήματος πέρα από τη σεξουαλική βία δε φαίνεται να αφορά το σεναριογράφο-σκηνοθέτη, ούτε και υπάρχουν άλλες κοινωνικές ομάδες που να του τραβούν το ενδιαφέρον. Σε αυτό το στοιχείο θα επανέλθουμε στην τελευταία ενότητα.

Αξίζει όμως να αναφερθούμε στο γεγονός ότι η ταινία καταγγέλλει ένα δικαστή που επέτρεψε σε νεαρούς μετανάστες που βίασαν μια κοπέλα να μη μπουν φυλακή, έκβαση που βλέπουμε μόνο σε δίκες με κατηγορούμενους πλούσιους γηγενείς και γόνους πλουσίων. Δεν πιστεύουμε πως υπερβάλλουμε όταν λέμε πως ένας συστημικός δεξιός κατηγορεί άλλους μόνο για τα πράγματα που έχει ήδη κάνει ο ίδιος.

– We don’t want society to collapse

– Who cares?

Αυτή η στιχομυθία που εκτυλίσσεται σε ένα μπαρ μεταξύ του ντετέκτιβ της Ιντερπόλ και της σερβιτόρας βρίσκεται στην καρδιά της καρδιάς της ταινίας. Έχουμε συνηθίσει την παραδοσιακή ακροδεξιά να είναι ο θιασώτης του “νόμος και τάξη”, όμως η μέση της ταινίας αφορά τη μάχη (με σχεδόν πολεμικούς όρους) μεταξύ του πρωταγωνιστή και των διωκτικών αρχών που έχουν έρθει να τον συλλάβουν σε ένα από τα σπίτια που έχει στην ιδιοκτησία του (ανήκει στην ανώτερη μεσαία τάξη, ως μεγαλοϊδιοκτήτης ακινήτων).

Σε αυτό το σημείο είναι που βλέπουμε το ρήγμα μεταξύ παραδοσιακής ακροδεξιάς και νεοφασιστικής δεξιάς. Η δεύτερη θεωρεί τον κρατικό μηχανισμό ένα παρωχημένο και συχνά εχθρικό όχημα, το οποίο προστατεύει τους “εχθρούς”, και θα συνεχίσει να το θεωρεί τέτοιο έως ότου το ελέγξει απόλυτα η ίδια. Σε αυτό το πλαίσιο είναι που γίνεται ηθικά ανεκτή η επίθεση στις αστυνομικές δυνάμεις. Όπου εδώ πρέπει να σημειώσουμε πως οι αστυνομικοί-θύματα και ο μετανάστης στην πρώτη σκηνή της ταινίας είναι τα μόνα άτομα τα οποία συμμετέχουν στη δράση αλλά εμφανίζονται απολύτως βουβά και χωρίς κανένα χαρακτηριστικό συμπεριφοράς, ώστε να είναι απολύτως αδύνατο να ταυτιστεί το κοινό μαζί τους.

Η ταξική ταυτότητα του πρωταγωνιστή είναι κεντρική, καθώς αφ’ ενός του δίνει την οικονομική δυνατότητα για τις δράσεις του (η φαντασίωση-Μπάτμαν) που αναφέραμε παραπάνω, αφ’ ετέρου τον φέρνει στο επίκεντρο της νεοφιλελεύθερης αντιπάθειας για την κοινωνική πολιτική και το κράτος δικαίου. Οι αρχές της (μη κατονομαζόμενης) ευρωπαϊκής χώρας στην οποία διαδραματίζεται η ταινία απειλούν πως θα προχωρήσουν σε κατάσχεση ακινήτων του ομίλου του εάν δεν παράσχει στοιχεία για την ιδιοκτησία των εταιριών του, τα οποία ακίνητα θα διατεθούν για στέγαση μεταναστών. Το γεγονός ότι δεν επιχειρείται απολύτως καμία σύνδεση μεταξύ αυτού του συμφέροντος και του αντιμεταναστευτικού του μένους υποδεικνύει πως το δεύτερο είναι το κέντρο βάρους του σεναρίου.

Το γεγονός ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας υπάρχουν πλάνα με διασώστες που βγάζουν ανθρώπους από διαμερίσματα σε μαύρες σακκούλες δημιουργεί την εικόνα μιας Ευρώπης βγαλμένης από το Fox News. Σεναριακά, πρόκειται για θύματα του πρωταγωνιστή από ένα και μόνο περιστατικό, αλλά αξίζει να σταθούμε στην οπτική σημειολογία. Είναι ίσως το πιο αμερικανικό στοιχείο της ταινίας, καθώς υποβάλλει το φόβο πως “το απαραβίαστο σπίτι δεν είναι πια ασφαλές”. Αυτό το στοιχείο δημόσιου διαλόγου βρίσκεται στο επίκεντρο των νόμων “Stand Your Ground”, οι οποίοι έχουν δώσει σε μια σειρά πολιτείες το δικαίωμα σε λευκούς πολίτες να δολοφονούν σε δημόσιους χώρους όποιον θεωρούν ότι τους κάνει να νιώθουν απειλή χωρίς νομικές συνέπειες. Το γεγονός ότι εντάσσεται σε μια ταινία που εκτυλίσσεται σε ευρωπαϊκό έδαφος, γυρισμένη από Γερμανό σεναριογράφο-σκηνοθέτη-παραγωγό κάνει επίσης σαφές το σε ποιό κοινό και ποιά αντανακλαστικά απευθύνεται. Δίνει ταυτόχρονα μια δεύτερη έννοια στο ότι “το απαραβίαστο σπίτι δεν είναι πια ασφαλές” – ενώ μέχρι εκείνη τη στιγμή το κοινό ενδέχεται να βλέπει τον εαυτό του στα ανώνυμα θύματα που βρίσκονται σε σακούλες, ξαφνικά καλείται να ανακουφιστεί καθώς είναι τα πτώματα “άλλων”. “Άλλων” που κατά την ταινία άξιζαν τη μοίρα τους.

Μια ταινία φτιαγμένη… για τους κακοποιητές

Αρχιτεκτονικά, η χώρα έμοιαζε γερμανικών επιρροών και από προφορά έφερνε σε ανατολική Ευρώπη (λογικό, καθώς γυρίστηκε στην Κροατία). Η ψυχή της ταινίας όμως μάλλον βρίσκεται στο Μπέλφαστ της Βόρειας Ιρλανδίας και σε μια σειρά πόλεις του Ηνωμένου Βασιλείου, όπου στις αρχές Ιουνίου ξέσπασαν ρατσιστικά πογκρόμ εναντίον μεταναστών με αφορμή την επίθεση με μαχαίρι που υπέστη ένας 44χρονος.

Δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία: το 2025 ο Ίλον Μασκ (που τόσο αγάπησε αυτήν την ταινία) μίλησε σε ζωντανή αναμετάδοση σε νεοφασιστική συγκέντρωση στο Λονδίνο με τσιτάτα που συμπεριλάμβαναν πως “η βία έρχεται προς τα εσάς” και πως “είτε θα αντεπιτεθείτε, είτε θα πεθάνετε” . Είναι γνωστές οι προσπάθειες του Μασκ να παρέμβει στη βρετανική πολιτική σκηνή (πράγμα που θεωρεί εύκολο, μιας και μιλάνε ήδη αγγλικά), με πιο χαρακτηριστική στιγμή την επίθεσή του προς την κυβέρνηση και την απαίτησή του να γίνουν εκλογές, στις 2 Ιανουαρίου (!) του 2025. Στιγμές σαν αυτές αποτελούν ένα μέρος των προσπαθειών του να προωθήσει ακροδεξιά ή/και νεοφασιστικά κινήματα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά κυρίως σημαίνουν πως υπάρχει ένα ευρωπαϊκό κοινό που θα κληθεί να υιοθετήσει τη σημειολογία αυτής της βαθιά αμερικανικής ταινίας για τη μετανάστευση στην Ε.Ε.

Το πιο σημαντικό στοιχείο για το κοινό αυτό κατά τη γνώμη μας προέρχεται από τις ανακοινώσεις της αστυνομίας για τις συλλήψεις ατόμων κατά τη διάρκεια των πογκρόμ του Μπέλφαστ, ένα χρόνο νωρίτερα, στις ταραχές του καλοκαιριού του 2024. Εκείνο τον Αύγουστο, 29 συγκεντρώσεις αντιμεταναστευτικού και ακροδεξιού περιεχομένου έλαβαν χώρα, με περιστατικά που καλύπτουν όλο το φάσμα από αδιάκριτες επιθέσεις σε μετανάστες έως τον εμπρησμό οίκου φιλοξενίας μεταναστών στο Ρόττερταμ. Στις περισσότερες από τις σχετικές συγκεντρώσεις, μόνιμη παρουσία είχαν συνθήματα και πλακάτ τα οποία κατηγορούσαν ευθέως “νέους άνδρες μετανάστες” για σεξουαλικές επιθέσεις κατά γηγενών γυναικών.

Σύμφωνα με στοιχεία της βρετανικής αστυνομίας, περίπου ένας στους πέντε (21%) των 949 συλληφθέντων για συμμετοχή στα πογκρόμ του Αυγούστου 2024 έχουν έκτοτε καταγγελθεί επισήμως για ενδοοικογενειακή βία. Τα περιστατικά καλύπτουν όλο το φάσμα από λεκτικές απειλές μέχρι σωματικές βλάβες και εγκληματικές πράξεις στον στενό αυτό τομέα. Σε αυτό το σημείο θα μπορούσε κανείς να αντιτάξει πως η συμμετοχή σε ομάδες που προωθούν ακροδεξιά ιδεολογία και βία μπορεί να μεταβάλλει ανθρώπους που πριν “δεν είχαν δώσει δικαιώματα”. Σε προηγούμενη έρευνα του Guardian πάνω στο ίδιο θέμα, το 41% των 899 συλληφθέντων για τους οποίους είχε στοιχεία, είχε παλαιότερα καταγγελθεί επισήμως για ενδοοικογενειακή βία.

Με άλλα λόγια, έχουμε μια από τις πιο εμφανείς αποδείξεις (με στατιστική ισχύ) ότι το κοινό της ακροδεξιάς που χρησιμοποιεί το επιχείρημα των “απροστάτευτων γυναικών” δεν ενδιαφερόταν και δεν ενδιαφέρεται για την ασφάλειά τους. Αντιθέτως, πρόκειται για ένα κοινό το οποίο απαιτεί το μονοπώλιο της βίας εναντίον του άλλου φύλου, και το βλέπει ως ένα χρήσιμο πολιτικό χαρτί για να προκαλεί συμπάθεια. Η ταινία που αναλύσαμε φέρει όλη τη σημειολογία που αυτό το κοινό χρησιμοποιεί ήδη, και προσπαθεί να το ηρωοποιήσει, εμφανίζοντάς το ως “προστάτη” μέσω του πρωταγωνιστή.

Στο κοινό αυτό είναι που συναντώνται τα κινηματογραφικά στοιχεία για την “απειλή των Άλλων” που αναδείξαμε παραπάνω, με τη χρήση της ερωτικής δυναμικής που αναφέραμε στην ταινία. Πρόκειται, εν κατακλείδι, για τη χρήση του ερωτισμού ως “θαυμασμού του ισχυρού και απειλητικού”, στο μέτρο που αυτός απειλεί “τους άλλους”. Πρόκειται επίσης για τον καθαγιασμό της δυναμικής που ένα κοινό σαν τους ακροδεξιούς των βρετανικών πογκρόμ εφάρμοζε και συνεχίζει να εφαρμόζει στις καθημερινές ερωτικές του σχέσεις.

Και σε μια εποχή όπου οι ισχυρότεροι επιχειρηματικοί όμιλοι σε κάθε χώρα επαναχρηματοδοτούν άμεσα ή έμμεσα την ακροδεξιά (ρεύμα στο οποίο εντάχθηκε και η Χρυσή Αυγή και η σχέση της με τους Έλληνες πλοιοκτήτες), όλοι έχουμε ανθρώπους με τους οποίους θα πρέπει να κάνουμε κουβέντες σαν την παραπάνω.

Πηγή: infowar

© Kifisia-Life. All Rights Reserved.