Logo
Εκτύπωση αυτής της σελίδας

Παγώνει το σχέδιο για «Μεγάλο Ισραήλ»

του Ντέιβιντ Χερστ* | Middle East Eye

Από όλες τις στρατιωτικές αποτυχίες που έχουν υποστεί οι ΗΠΑ τα τελευταία 25 χρόνια στη Μέση Ανατολή, ο πόλεμος με το Ιράν είναι πιθανότατα η πιο σημαντική.

Σε αντίθεση με τις αμερικανικές στρατιωτικές επεμβάσεις στο Αφγανιστάν, το Ιράκ, την Υεμένη, τη Λιβύη και τη Συρία, η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν δεν επιβίωσε απλώς από μία ακόμη αμερικανική προσπάθεια αλλαγής καθεστώτος. Ο πόλεμος ΗΠΑ–Ισραήλ εναντίον του Ιράν δεν αφορούσε ποτέ μόνο τη μοίρα ενός καθεστώτος.

Η αποτυχία υποταγής του Ιράν ανέκοψε ή κατέστρεψε μια πολύ ευρύτερη φιλοδοξία: ένα σχέδιο αναδιαμόρφωσης της Μέσης Ανατολής, με ένα αναγεννημένο και ενισχυμένο «Μεγάλο Ισραήλ» στην κορυφή.

Αυτός ήταν ο στρατηγικός στόχος των Συμφωνιών του Αβραάμ και, όταν η Σαουδική Αραβία δίστασε να υπογράψει, κατασκευάστηκε αντ’ αυτού ένας πόλεμος με το Ιράν.

Ειρωνικά, χρειάστηκε «ο μεγαλύτερος φίλος που είχε ποτέ το Ισραήλ στον Λευκό Οίκο» για να ακυρώσει το όνειρο του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου.

Η λαγότρυπα

Για τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, η απόφαση να βγει από τη λαγότρυπα στην οποία τον είχε προσκαλέσει να πηδήξει ο Νετανιάχου, ήταν αυτονόητη.

Για τον Νετανιάχου, η μεταστροφή του Τραμπ στο ζήτημα του Ιράν αποτελεί καταστροφή, οι συνέπειες της οποίας μπορεί να γίνουν αισθητές για πολλές γενιές.

Ο αμερικανικός πληθωρισμός, λόγω του αυξημένου ενεργειακού κόστους που προκάλεσε ο πόλεμος, βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων τριών ετών. Τα ποσοστά αποδοχής του Τραμπ είναι ιστορικά χαμηλά, καθώς αντιμετωπίζει αυξανόμενη αντιπολίτευση μέσα στο ίδιο του το κόμμα. Η παράλυση των οικονομιών του Κόλπου έπληττε τα οικονομικά συμφέροντα της οικογένειας Τραμπ και οι ενδιάμεσες εκλογές πλησιάζουν, με σοβαρό κίνδυνο να χάσει και τα δύο σώματα του Κογκρέσου.

Ο Τραμπ ήθελε μια γρήγορη νίκη τύπου Βενεζουέλας και, από τη στιγμή που έγινε σαφές ότι το Ιράν δεν επρόκειτο να υποκύψει υπάκουα, ο 80χρονος πρόεδρος έχασε το ενδιαφέρον του.

Οι Ισραηλινοί πολεμικοί ανταποκριτές είχαν την ίδια άποψη.

Ο Άλον Μπεν Νταβίντ, στρατιωτικός ανταποκριτής του Channel 13, δήλωσε ότι ο πόλεμος ανέτρεψε τις ισορροπίες. Πριν από αυτόν, το Ισραήλ μπορούσε να θεωρείται -με την αμερικανική υποστήριξη- η κυρίαρχη στρατιωτική δύναμη της περιοχής. Μετά τον πόλεμο, το Ιράν αναδεικνύεται στη σημαντικότερη δύναμη.

Ο Άμος Χαρέλ, στρατιωτικός αναλυτής της Haaretz, έγραψε ότι η συμφωνία του Τραμπ με το Ιράν αποτελεί τη μεγαλύτερη αποτυχία του Νετανιάχου στον τομέα της ασφάλειας, μετά την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023.

Ένα κύμα δεξιών δυνάμεων άρχισε να εξετάζει την ιδέα ότι το Ισραήλ θα έπρεπε πλέον να «δράσει μόνο του», επιλογή που συζητήθηκε ακόμη και στο υπουργικό συμβούλιο.

Ο Τραμπ επιδείνωσε το πλήγμα δηλώνοντας στους New York Times πόσο ευγνώμων θα έπρεπε να είναι ο Νετανιάχου απέναντί του:

«Γιατί αν το Ιράν είχε πυρηνικά όπλα, το Ισραήλ δεν θα υπήρχε ούτε για δύο ώρες.»

Την Τρίτη συνέχισε στο ίδιο πνεύμα, λέγοντας σε δημοσιογράφους στη Γαλλία κατά τη σύνοδο της G7 ότι χωρίς τις ΗΠΑ «δεν θα υπήρχε Ισραήλ», προσθέτοντας ότι δεν του άρεσε το γεγονός ότι «δύο ώρες πριν από την υπογραφή της συμφωνίας έγινε επίθεση στον Λίβανο, στη Βηρυτό».

Ο Αβιγκντόρ Λίμπερμαν, ηγέτης του δεξιού κοσμικού κόμματος Yisrael Beiteinu, δήλωσε ότι το Ισραήλ πρέπει να αναπτύξει δύναμη βαλλιστικών πυραύλων και ότι η Μοσάντ πρέπει να επικεντρωθεί αποκλειστικά στην ανατροπή του καθεστώτος στο Ιράν.

Ο ακροδεξιός υπουργός Οικονομικών, Μπεζαλέλ Σμότριτς, υποσχέθηκε να συνεχίσει την εκστρατεία ανατροπής του καθεστώτος «μόνοι μας και με δημιουργικούς τρόπους».

Ο πρώην πρωθυπουργός Ναφτάλι Μπένετ, πιθανός διάδοχος του Νετανιάχου, δήλωσε στον Πιρς Μόργκαν: «Θέλω να πω στο ιρανικό καθεστώς… Θα είμαι ο χειρότερος εφιάλτης σας ΠΟΥ ΥΠΗΡΞΕ ΠΟΤΕ.»

Η στρατηγική οπισθοδρόμηση

Τα κομμάτια του παζλ της περιφερειακής στρατηγικής του Ισραήλ που μπορούν να επιβιώσουν από τη στρατηγική ήττα του Νετανιάχου — τα εδάφη που έχει καταλάβει το Ισραήλ και έχει εκκαθαρίσει από τους κατοίκους τους στη Γάζα, τον Νότιο Λίβανο και τη Συρία, το άτυπο σύμφωνο ασφαλείας με το Άμπου Ντάμπι, τη χρήση της Σομαλιλάνδης ως προκεχωρημένης βάσης προβολής ισχύος — όλα αυτά παραμένουν.

Το σχέδιο θα μπορούσε να συνεχιστεί οποιαδήποτε στιγμή. Αυτό που έχασε όμως ο Νετανιάχου είναι το ενδιαφέρον του σημερινού Αμερικανού προέδρου να στηρίξει αυτό το όνειρο.

Και δύσκολα θα εμφανιστεί σύντομα άλλος πρόεδρος πρόθυμος να το κάνει.

Θα περάσει πολύς καιρός μέχρι ένας Ισραηλινός πρωθυπουργός να μπορέσει ξανά να καθίσει απέναντι από έναν εν ενεργεία πρόεδρο των ΗΠΑ στην αίθουσα επιχειρήσεων του Λευκού Οίκου, όπως έκανε ο Νετανιάχου στις 11 Φεβρουαρίου φέτος, και να τον πείσει με μια σειρά ψεμάτων.

Πιστεύει άραγε κανείς σοβαρά στο Ισραήλ ότι ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς θα επέτρεπε να συμβεί κάτι τέτοιο, αν γινόταν πρόεδρος;

Χρειάστηκαν μόνο λίγα δευτερόλεπτα για να αντιληφθεί το ισραηλινό κατεστημένο αυτή τη σεισμική μεταβολή στον στενότερο σύμμαχό του και να μιλήσει για προδοσία.

Ο δημοσιογράφος του Channel 14 Γινόν Μαγκάλ, που θεωρείται εκπρόσωπος των θέσεων του Νετανιάχου, αποκάλεσε τους Αμερικανούς απεσταλμένους Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ «μικρούς Εβραίους», σε μια εντελώς αντισημιτική έκφραση.

Αποκάλεσε επίσης τον Τραμπ «χαμένο» και τον αντιπρόεδρο Βανς «σκουπίδι».

Μια τοξική συμμαχία

Αν η γενοκτονία στη Γάζα κατέστρεψε τον μύθο που επέμενε στη Δύση ότι το Ισραήλ ήταν μια δημοκρατία που επιζητούσε την ειρήνη αλλά συναντούσε μόνο πόλεμο, η επίθεση στο Ιράν επέφερε παρόμοιο πλήγμα στην αξιοπιστία του Ισραήλ στην Ουάσιγκτον ως στρατιωτικού συμμάχου.

Υπάρχει σαφής μετατόπιση όχι μόνο στις δημοσκοπήσεις αλλά και στη ρητορική των πολιτικών εκστρατειών. Η AIPAC, η ισχυρότερη φιλοϊσραηλινή ομάδα πίεσης, γίνεται ολοένα και πιο τοξική μεταξύ των Δημοκρατικών.

Όλο και λιγότεροι επίδοξοι πολιτικοί επιθυμούν να λάβουν ισραηλινή χρηματοδότηση και η ιδέα μεταξύ πολλών Ρεπουμπλικανών ότι το Ισραήλ ελέγχει την αμερικανική εξωτερική πολιτική έχει ξεπεράσει τα όρια ενός απλού αντισημιτικού στερεοτύπου.

Παράλληλα, με πλήρη επίγνωση της αρνητικά μεταβαλλόμενης αμερικανικής κοινής γνώμης, καταβάλλονται διάφορες νομοθετικές προσπάθειες για να παγιωθεί η στρατιωτική και πληροφοριακή συμμαχία ΗΠΑ–Ισραήλ.

Σύμφωνα με την αμερικανική νομοθεσία, ο πρόεδρος των ΗΠΑ οφείλει να εγγυάται το «ποιοτικό στρατιωτικό πλεονέκτημα» του Ισραήλ. Τώρα, το φιλοϊσραηλινό λόμπι επιχειρεί να ενσωματώσει δύο διατάξεις σε νομοσχέδια που το Κογκρέσο είναι υποχρεωμένο να εγκρίνει, οι οποίες θα δίνουν προτεραιότητα στο Ισραήλ κατά τη διαμόρφωση της αμερικανικής πολιτικής.

Μία προτεινόμενη διάταξη εντάσσεται στον Νόμο Εξουσιοδότησης Εθνικής Άμυνας (NDAA) και προβλέπει τη δημιουργία ενός εκτελεστικού φορέα υπεύθυνου για τη διασφάλιση της ενοποίησης της ισραηλινοαμερικανικής αμυντικής και στρατηγικής συνεργασίας σε όλα τα υπουργεία και τις υπηρεσίες της ομοσπονδιακής κυβέρνησης των ΗΠΑ.

Παράλληλα, θα απαιτεί την ενσωμάτωση ισραηλινής τεχνολογίας σε μεγάλες αμερικανικές αμυντικές προμήθειες. Ο Νόμος Εξουσιοδότησης Πληροφοριών (IAA) περιλαμβάνει επίσης, διάταξη για εκτεταμένη ανταλλαγή πληροφοριών με το Ισραήλ και με οποιαδήποτε αραβική χώρα εξομαλύνει τις σχέσεις της μαζί του. Ένας τρίτος άξονας της ισραηλινής στρατηγικής είναι η δημιουργία ενός διαύλου προμήθειας όπλων και τεχνολογίας που θα παρακάμπτει το Κογκρέσο.

Όλες αυτές οι πρωτοβουλίες αποτελούν προσπάθειες θεσμικής παγίωσης μιας στρατιωτικής σχέσης, η οποία πλέον βρίσκεται υπό έντονο διακομματικό πολιτικό έλεγχο και αμφισβήτηση.

Ένα χαμένο χαρτί

Για άλλη μια φορά, η υποστήριξη προς το Ισραήλ έχει μετατραπεί σε πράξη επιβολής. Πρόκειται για την εφαρμογή της λογικής μιας στρατιωτικής εκστρατείας σε ζητήματα, που στην πραγματικότητα ανήκουν στη σφαίρα της εσωτερικής πολιτικής συζήτησης.

Όσο αυξάνεται το πολιτικό κόστος της στήριξης στο Ισραήλ, τόσο αυξάνεται και το στοιχείο του εξαναγκασμού, που χρειάζεται το Ισραήλ για να διατηρήσει την Αμερική στο πλευρό του. Όπως και να εξελιχθούν τα πράγματα, το Ισραήλ βρίσκεται σε μια τροχιά που οδηγεί σε ήττα.

Το Ιράν αναδεικνύεται από αυτή τη συμφωνία ως μια σημαντική περιφερειακή δύναμη, με ενισχυμένους τους στρατηγικούς μοχλούς επιρροής του. Διατηρεί το πρόγραμμα εμπλουτισμού ουρανίου, παρότι θυσίασε τα αποθέματά του.

Δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις διαδοχικές εκθέσεις της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας (IAEA), το Ιράν δεν διέθετε ποτέ πρόγραμμα κατασκευής πυρηνικών όπλων – ενώ άρχισε να αυξάνει τα αποθέματά του σε ουράνιο υψηλού εμπλουτισμού, μόνο αφότου ο Τραμπ απέσυρε τις ΗΠΑ από τη συμφωνία για τα πυρηνικά που είχε διαπραγματευθεί με τον Μπαράκ Ομπάμα- αυτό δεν συνιστά ιδιαίτερα μεγάλη παραχώρηση.

Ο Τραμπ θα ισχυρίζεται αδιάκοπα ότι απέτρεψε την Τεχεράνη από το να αποκτήσει πυρηνικό όπλο. Αυτό που ούτε εκείνος ούτε η Μοσάντ θα μπορέσουν ποτέ να εξαλείψουν ωστόσο, είναι η τεχνογνωσία του Ιράν ως πυρηνικής δύναμης. Με τον αριθμό των πυρηνικών επιστημόνων που αποφοιτούν κάθε χρόνο, αυτή η γνώση δεν μπορεί να «μπει ξανά στο συρτάρι».

Το Ιράν διατηρεί επίσης το πυραυλικό του οπλοστάσιο, το οποίο απέδειξε την αξία του ως μέσο αποτροπής. Το οπλοστάσιο αυτό επέζησε ακόμη και των βαρύτερων βομβαρδισμών του αμερικανικού στρατού.

Οι δεσμοί του Ιράν με τους περιφερειακούς μη κρατικούς συμμάχους του είναι, ενδεχομένως, ισχυρότεροι σήμερα απ’ ό,τι όταν δέχθηκε την πρώτη επίθεση. Αντί να αποδυναμώσει αυτή τη συμμαχία, ο πόλεμος φαίνεται να την ενίσχυσε ως λειτουργική πολεμική δύναμη, ικανή να εξαπολύει συντονισμένες επιθέσεις κατά του Ισραήλ και των κρατών του Κόλπου.

Ο αφοπλισμός παραμένει αμερικανικό όνειρο, αλλά στον Λίβανο απέχει από την πραγματικότητα όσο απείχαν και οι ιδέες του Τραμπ για το Ιράν.

Αντίθετα, το Ιράν έδειξε ότι οι σύμμαχοί του δεν αποτελούν απλώς εργαλεία προβολής ισχύος, τα οποία ενεργοποιούνται ή απενεργοποιούνται κατά βούληση από την Τεχεράνη, αλλά ότι η χώρα είναι αποφασισμένη να τους υπερασπιστεί.

Ο δεσμός μεταξύ του Ιράν και της Χεζμπολάχ του Λιβάνου είναι αμοιβαίος. Αυτήν την εβδομάδα εμφανίστηκαν στην είσοδο της Νταχίγια, του προπυργίου της Χεζμπολάχ στα νότια προάστια της Βηρυτού, αφίσες με τις μορφές του Αγιατολάχ Χαμενεΐ και του γιου του, συνοδευόμενες από ένα μεγάλο «Ευχαριστούμε».

Όλα αυτά βυθίζουν τα μεταπολεμικά κράτη του Κόλπου στην αβεβαιότητα. Η φούσκα του πλούτου και της αίσθησης ατρωτότητας, που τα χαρακτήριζε, έχει σπάσει.

Το Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου έχει χάσει τη σημασία του. Το μοντέλο ασφάλειας του Κόλπου, στο οποίο οι ΗΠΑ παρουσιάζονταν ως εγγυητής της ασφάλειας της περιοχής μέσω του δικτύου στρατιωτικών βάσεων, συστημάτων έγκαιρης προειδοποίησης και αντιαεροπορικής άμυνας, παρείχε — στην καλύτερη περίπτωση — αποσπασματική προστασία απέναντι στα ιρανικά drones.

Οι αμερικανικές βάσεις θεωρούνται πλέον, περισσότερο πηγή προβλημάτων παρά εγγύηση ασφάλειας.

Αν κατά τη διάρκεια του πολέμου η δημόσια συζήτηση στο Κατάρ ταλαντεύτηκε ανάμεσα στην ιδέα να εκδιωχθεί η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (Centcom) από τη χώρα και στην ιδέα να εκδιωχθεί η Χαμάς, οι υπηρεσίες διαμεσολάβησης που προσέφερε το Κατάρ στον Τραμπ βοήθησαν προσωρινά να εκτονωθούν αυτοί οι φόβοι.

Αποδείχθηκε ότι ήταν πολύ ευκολότερο να πληρωθεί το Ιράν ώστε να μην επιτεθεί, όπως φέρεται να επέλεξαν να κάνουν τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

Τα Εμιράτα διέψευσαν ότι κατέβαλαν δισεκατομμύρια δολάρια όταν φιλοξένησαν στελέχη των Φρουρών της Επανάστασης σε συνάντηση με τον Σεΐχη Ταχνούν μπιν Ζαγιέντ Αλ Ναχιάν, σύμβουλο εθνικής ασφάλειας και αναπληρωτή κυβερνήτη του Άμπου Ντάμπι.

Όμως τα ΗΑΕ είχαν επίσης αρνηθεί ότι φιλοξένησαν τον Νετανιάχου — κάτι που συνέβη αναμφίβολα.

Είτε το θέλουν είτε όχι, λόγω της ιρανικής απάντησης, όλα τα κράτη του Κόλπου αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στην πραγματικότητα.

Το Μπαχρέιν και το Κουβέιτ αντιμετωπίζουν ακόμη προβλήματα νομιμοποίησης που χρονολογούνται από την εποχή της Αραβικής Άνοιξης, ιδίως σε σχέση με τους σιιτικούς πληθυσμούς τους.

Η επανεμφάνιση του Ιράν ως περιφερειακής δύναμης καθιστά αυτά τα ζητήματα ακόμη πιο ευαίσθητα.

Ορισμένα κράτη, όπως το Ομάν και το Κατάρ, που συνέβαλαν στις διαπραγματεύσεις της συμφωνίας, βγήκαν πιο ενισχυμένα από άλλα. Όλα όμως αντιμετωπίζουν το ίδιο στρατηγικό άγχος:

Σε ποιον πρέπει πλέον να στραφούν; Στην Κίνα; Στην Ινδία; Ή στο Πακιστάν;

Η τεράστια οικονομική τους ισχύς εξαρτάται πλέον από τη βούληση του Ιράν να διατηρεί ανοικτά τα Στενά του Ορμούζ.

Όλα τα βλέμματα στη Γάζα

Αν ο Τραμπ αθετήσει τη δική του πλευρά της συμφωνίας ή αν το Ισραήλ εξαπολύσει νέα επίθεση, το Ιράν μπορεί να κλείσει τα Στενά του Ορμούζ τόσο γρήγορα και εύκολα όσο τα κράτησε ανοιχτά.

Πολλά θα εξαρτηθούν από τον τρόπο με τον οποίο το Ιράν θα ασκήσει την ισχύ του, κυρίως απέναντι στους γείτονές του. Θα ήταν συνετό να μην ακολουθήσει το παράδειγμα του Ισραήλ, όπου «ο νικητής τα παίρνει όλα».

Ένας τραυματισμένος πολιτικά Νετανιάχου θα μπει στον πειρασμό να επιταχύνει τον πόλεμό του εναντίον των Παλαιστινίων για να αντισταθμίσει την απώλεια της περιφερειακής του ισχύος.

Οι Παλαιστίνιοι, που ήδη υφίστανται ακραία επίπεδα ρατσισμού και βίας όπου συναντούν τις ισραηλινές δυνάμεις, μπορούν μόνο να αναμένουν ότι ο Νετανιάχου θα συνεχίσει με ακόμη μεγαλύτερη ένταση το σχέδιο εκκαθάρισης της γης.

Το Ισραήλ έχει εξελιχθεί σε έναν «κατά συρροή δολοφόνο» Παλαιστινίων και όσο περισσότερο σκοτώνει τόσο περισσότερο εγκλωβίζεται σε αυτή τη δυναμική.

Ούτε ο Τραμπ ούτε το ειρωνικά ονομαζόμενο «Συμβούλιο Ειρήνης» θα σταματήσουν τον Νετανιάχου από το να επιχειρήσει να ελέγξει ολοένα μεγαλύτερα τμήματα της Γάζας.

Η Χαμάς δεν πρόκειται να αφοπλιστεί περισσότερο απ’ όσο πρόκειται να αφοπλιστούν η Χεζμπολάχ ή το ίδιο το Ιράν.

Ακόμη κι αν το Ισραήλ επανακαταλάβει ολόκληρη τη Γάζα, το βασικό πρόβλημα θα παραμείνει το ίδιο.

Η Γάζα απέδειξε ότι ο κοινωνικός της ιστός είναι αρκετά ισχυρός ώστε να αντέξει πρωτοφανή επίπεδα καταπίεσης. Η Γάζα δεν θα λυγίσει.

Κάθε οικογένεια στέκεται πάνω από τους τάφους των άταφων συγγενών και φίλων της. Και δεν πρόκειται να εγκαταλείψει αυτή τη γη.

Αν ο Νετανιάχου ανανεώσει την επίθεσή του στη Γάζα, η παγκόσμια κοινή γνώμη θα ξεσηκωθεί ξανά και το Ισραήλ θα διαπιστώσει ότι η οικονομία του δεν βρίσκεται σε θέση να αντέξει ένα παγκόσμιο εμπορικό μποϊκοτάζ.

Η Μέση Ανατολή πράγματι έχει αλλάξει, αλλά όχι με τον τρόπο που επιθυμούσε ο Νετανιάχου. Η επίθεση στο Ιράν προκάλεσε το πρώτο μεγάλο στρατηγικό ρήγμα μεταξύ του Ισραήλ και του βασικού του συμμάχου εδώ και περισσότερο από ένα τέταρτο του αιώνα.

Το Ιράν διαθέτει πλέον μεγαλύτερη «ήπια ισχύ» και το πνεύμα αντίστασης στην Παλαιστίνη, στον Λίβανο και στην ευρύτερη περιοχή είναι ισχυρότερο από ποτέ, ακόμη και μετά την απομάκρυνση της Συρίας από την ιρανική σφαίρα επιρροής.

Με τους ατελείωτους πολέμους και την επεκτατική του ιδεολογία, το Ισραήλ — μόνο του πλέον — σύντομα θα διαπιστώσει ότι έχει φτάσει στα όρια της στρατιωτικής του ισχύος και ότι η υποχώρηση θα καταστεί αναπόφευκτη.

Αυτό θα ισχύσει τόσο για τη Συρία όσο και, τελικά, για τον Λίβανο.

Το γεγονός ότι ξεκίνησε ποτέ ένα τέτοιο σχέδιο μπορεί τελικά να αποδειχθεί το μεγαλύτερο στρατηγικό λάθος στην ιστορία του Ισραήλ.

*Ο Ντέιβιντ Χερστ είναι συνιδρυτής και αρχισυντάκτης του Middle East Eye. Υπήρξε επικεφαλής αρθρογράφος διεθνών θεμάτων στην The Guardian, ενώ εργάστηκε ως ανταποκριτής στη Ρωσία, την Ευρώπη και το Μπέλφαστ.

© Kifisia-Life. All Rights Reserved.