Logo
Εκτύπωση αυτής της σελίδας

Οι Ισραηλινοί και η αποτυχία του Νετανιάχου για «ολοκληρωτική νίκη»

Οι δημοσκοπήσεις υποδηλώνουν ότι ο κυβερνητικός συνασπισμός στο Ισραήλ θα δυσκολευτεί να σχηματίσει νέα κυβέρνηση, ενώ το ερώτημα που παραμένει είναι αν ο πρωθυπουργός μπορεί ακόμη να πείσει ότι ενεργεί ως ανεξάρτητος ηγέτης και όχι ως πολιτικός που εξαρτάται από τις αποφάσεις της Ουάσινγκτον 

Η απογοήτευση κυριαρχεί σε μεγάλο μέρος της ισραηλινής κοινωνίας, καθώς ο Μπενιαμίν Νετανιάχου αδυνατεί να υλοποιήσει την υπόσχεση της «ολοκληρωτικής νίκης» που επί χρόνια προβάλλει ως στρατηγικό στόχο. Το βράδυ της Δευτέρας 8 Ιουνίου, λίγες ώρες αφότου ο Ντόναλντ Τραμπ τον πίεσε να σταματήσει τη νέα ισραηλινή επίθεση κατά του Ιράν, ο ισραηλινός πρωθυπουργός επιχείρησε να παρουσιάσει μια εικόνα αποφασιστικότητας και επιτυχίας. Υποστήριξε ότι το Ιράν και η Χεζμπολάχ είναι πιο αποδυναμωμένα από ποτέ και ότι το Ισραήλ είναι ισχυρότερο από κάθε άλλη φορά, ξεκαθαρίζοντας όμως ότι η σύγκρουση δεν έχει τελειώσει και οποιαδήποτε νέα ιρανική επίθεση θα προκαλέσει συντριπτική απάντηση.

Οι Financial Times, όμως, γράφουν ξεκάθαρα ότι για πολλούς πολίτες του Ισραήλ αυτού του είδους οι διαβεβαιώσεις δεν πείθουν πλέον. Δημοσκοπήσεις που πραγματοποιήθηκαν μετά την επιβολή εκεχειρίας από τις Ηνωμένες Πολιτείες κατέγραψαν ως κυρίαρχα συναισθήματα την απόγνωση, τη σύγχυση και την οργή. Σύμφωνα με τον Νιμρόντ Νιρ, εκπρόσωπο του ερευνητικού ινστιτούτου του Εβραϊκού Πανεπιστημίου της Ιερουσαλήμ, που διεξήγαγε τις μετρήσεις, η κοινωνική απαισιοδοξία έχει φτάσει σε επίπεδα που είχαν να εμφανιστούν από τις ημέρες μετά την 7η Οκτωβρίου 2023. Η απογοήτευση απέναντι στις εξελίξεις χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα έντονη.

Στα σχεδόν τρία χρόνια που ακολούθησαν τις επιθέσεις της Χαμάς το Ισραήλ κατάφερε να πλήξει σοβαρά τους αντιπάλους του. Στο πλαίσιο μιας πολυμέτωπης εκστρατείας εξουδετέρωσε ηγετικές μορφές οργανώσεων από τη Γάζα έως την Υεμένη. Ο Νετανιάχου, ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με εκλογές μέσα στη χρονιά, παρουσίασε αυτή τη στρατιωτική προσπάθεια ως «πόλεμο λύτρωσης». Παρά τις επιτυχίες αυτές, σημειώνουν οι Financial Times, η πολυδιαφημισμένη «ολοκληρωτική νίκη» παραμένει άπιαστος στόχος. Η Χαμάς εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικό βαθμό ελέγχου στη Γάζα, η Χεζμπολάχ συνεχίζει να εξαπολύει επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη στο βόρειο Ισραήλ και το καθεστώς του Ιράν παραμένει ακλόνητο στην εξουσία.

Οι περισσότερες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οι Ισραηλινοί στηρίζουν τη σύγκρουση με το Ιράν, απορρίπτουν την εκεχειρία και επιθυμούν να συνεχιστούν οι επιχειρήσεις εναντίον της Χεζμπολάχ στον Λίβανο. Παρ’ όλα αυτά, αισθάνονται βαθιά δυσαρέσκεια επειδή θεωρούν ότι ο τερματισμός των συγκρούσεων τούς επιβάλλεται από τον Ντόναλντ Τραμπ και δεν αποτελεί δική τους επιλογή. Η κοινωνική κόπωση είναι εμφανής. Αν και οι ισραηλινές απώλειες είναι σαφώς μικρότερες από εκείνες που υπέστησαν οι αντίπαλοί του, η καθημερινότητα των πολιτών έχει ανατραπεί πλήρως, γράφουν οι Financial Times. Περίπου 1.200 Ισραηλινοί σκοτώθηκαν στις επιθέσεις της Χαμάς, ενώ έκτοτε σειρήνες, πύραυλοι και επιθέσεις με drones έχουν οδηγήσει επανειλημμένως τον πληθυσμό στα καταφύγια.

Σχολεία και επιχειρήσεις έχουν αναστείλει τη λειτουργία τους σε περιόδους έντασης, ενώ εκατοντάδες χιλιάδες έφεδροι έχουν κληθεί να υπηρετήσουν, αφήνοντας σε εκκρεμότητα την επαγγελματική και προσωπική τους ζωή. Ταυτόχρονα, το Ισραήλ βρίσκεται όλο και πιο απομονωμένο στη διεθνή σκηνή. Η καταστροφή στη Γάζα και ο μεγάλος αριθμός παλαιστινίων αμάχων που σκοτώθηκαν έχουν προκαλέσει έντονες αντιδράσεις και επικρίσεις παγκοσμίως, επιβαρύνοντας περαιτέρω την εικόνα της χώρας. Πολλοί πολίτες δηλώνουν εξαντλημένοι από αυτή τη διαρκή κατάσταση ανασφάλειας. Παρά το γεγονός ότι μετά την 7η Οκτωβρίου ήταν διατεθειμένοι να αποδεχτούν σημαντικές θυσίες προκειμένου να ενισχυθεί η εθνική ασφάλεια, σήμερα, σύμφωνα με τους Financial Times, αμφιβάλλουν αν οι θυσίες αυτές απέδωσαν τα αναμενόμενα αποτελέσματα.

Το Ιράν δεν εγκατέλειψε το εμπλουτισμένο ουράνιό του ούτε το πυραυλικό του οπλοστάσιο, ενώ απέδειξε ότι διαθέτει τη δυνατότητα να επηρεάσει τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, αποκτώντας έτσι ένα επιπλέον μέσο πίεσης. Ερευνα του Ινστιτούτου Δημοκρατίας του Ισραήλ έδειξε ότι περίπου το ένα τρίτο των πολιτών θεωρεί πως ο τερματισμός του πολέμου εξυπηρετεί τα συμφέροντα ασφαλείας της χώρας. Πολλοί εκφράζουν την άποψη ότι μια προσωρινή εκεχειρία, η οποία ενδέχεται να καταρρεύσει μέσα σε λίγους μήνες, δεν προσφέρει πραγματική ασφάλεια ούτε ουσιαστική ηρεμία. Η λαϊκή δυσαρέσκεια δημιουργεί σοβαρά πολιτικά προβλήματα για τον Νετανιάχου, επισημαίνουν οι Financial Times.

Οι ψηφοφόροι του επιθυμούν συνέχιση των στρατιωτικών επιχειρήσεων, όμως ο σημαντικότερος διεθνής σύμμαχός του, ο Ντόναλντ Τραμπ, πιέζει υπέρ μιας συμφωνίας και έχει επανειλημμένως αναγκάσει την ισραηλινή ηγεσία να περιορίσει τις κινήσεις της. Οι πολιτικοί του αντίπαλοι αξιοποιούν αυτή την αντίφαση, κατηγορώντας τον ότι θυσιάζει τα εθνικά συμφέροντα προς όφελος της σχέσης του με τον αμερικανό πρόεδρο. Ο πρώην πρωθυπουργός του Ισραήλ Ναφτάλι Μπένετ τον κατηγορεί ότι έχει απωλέσει τον έλεγχο της ισραηλινής κυριαρχίας, ενώ ο ηγέτης του δεξιού κόμματος Μπεϊτινού, Αβιγκντόρ Λίμπερμαν, τον χαρακτηρίζει υποχείριο του Ντόναλντ Τραμπ.

Περισσότεροι από έξι στους δέκα πολίτες θεωρούν ότι ο Νετανιάχου δεν θα πρέπει να είναι εκ νέου υποψήφιος στις επερχόμενες εκλογές. Η πολιτική αναλύτρια Ντάλια Σάιντλιν εκτιμά ότι η απογοήτευση για τα αποτελέσματα του πολέμου δύσκολα θα απομακρύνει τους πιο πιστούς υποστηρικτές του Nετανιάχου. Οπως λέει στους Financial Times, όμως, είναι πιθανό να αποτρέψει την επιστροφή ψηφοφόρων που είχαν στηρίξει το πολιτικό του μπλοκ το 2022 και στη συνέχεια αποστασιοποιήθηκαν. Οι σημερινές δημοσκοπήσεις υποδηλώνουν ότι ο κυβερνητικός συνασπισμός θα δυσκολευτεί να σχηματίσει νέα κυβέρνηση, ενώ το ερώτημα που παραμένει είναι αν ο Νετανιάχου μπορεί ακόμη να πείσει ότι ενεργεί ως ανεξάρτητος ηγέτης και όχι ως πολιτικός που εξαρτάται από τις αποφάσεις της Ουάσινγκτον. 

© Kifisia-Life. All Rights Reserved.