Πώς ο Έπσταϊν έγινε εφιάλτης για τον Τραμπ - Η αγωγή των 10 δισ. και οι αποκαλύψεις για το χάος στον Λευκό Οίκο
- Κατηγορία ΑΝΙΧΝΕΥΟΝΤΑΣ
- 0 σχόλια
Η Wall Street Journal ζητά την οριστική απόρριψη της αγωγής των 10 δισ. δολαρίων του Τραμπ, υποστηρίζοντας ότι παραμένει νομικά αβάσιμη
Η νέα επίθεση της Wall Street Journal κατά του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ αναζωπυρώνει μία από τις πιο εκρηκτικές πολιτικές κρίσεις της δεύτερης θητείας του. Η εφημερίδα ζήτησε από ομοσπονδιακό δικαστήριο να απορρίψει οριστικά την αναθεωρημένη αγωγή ύψους 10 δισ. δολαρίων που έχει καταθέσει ο Τραμπ εναντίον της για δημοσίευμα σχετικά με τον καταδικασμένο για σεξουαλικά εγκλήματα σε βάρος ανηλίκων Τζέφρι Έπσταϊν, υποστηρίζοντας ότι ο πρόεδρος επιχειρεί να χρησιμοποιήσει τα δικαστήρια για να περιορίσει την ελευθερία του Τύπου.
Σύμφωνα με το Daily Beast, η νέα δικαστική κίνηση της Wall Street Journal υποστηρίζει ότι η τροποποιημένη αγωγή του Τραμπ όχι μόνο δεν διορθώνει τα προβλήματα που είχαν εντοπιστεί από το δικαστήριο όταν απορρίφθηκε η αρχική προσφυγή, αλλά επαναλαμβάνει σχεδόν αυτούσιους ισχυρισμούς που έχουν ήδη απορριφθεί. Η εφημερίδα ζητά μάλιστα η υπόθεση να κλείσει οριστικά, χωρίς δυνατότητα νέας προσφυγής, καθώς και να της επιδικαστούν δικαστικά έξοδα βάσει της νομοθεσίας κατά των καταχρηστικών αγωγών (anti-SLAPP).
Η αντιπαράθεση ξεκίνησε τον Ιούλιο του 2025, όταν η Wall Street Journal δημοσίευσε ρεπορτάζ σύμφωνα με το οποίο στο περίφημο λεύκωμα γενεθλίων που είχε συγκεντρώσει η Γκισλέιν Μάξγουελ για τα 50ά γενέθλια του Τζέφρι Έπσταϊν υπήρχε και μια επιστολή που έφερε το όνομα του Τραμπ. Η επιστολή συνοδευόταν από σκίτσο γυμνής γυναίκας και έναν υποτιθέμενο διάλογο ανάμεσα στους δύο άνδρες. Ο Τραμπ αρνήθηκε ότι είχε γράψει το κείμενο ή είχε σχεδιάσει το σκίτσο και κατέθεσε αγωγή ζητώντας αποζημίωση 10 δισ. δολαρίων.
Η εφημερίδα επισημαίνει επίσης ότι το άρθρο αναφερόταν στη «καλά τεκμηριωμένη σχέση» του Τραμπ με τον Έπσταϊν και στο γεγονός ότι οι δύο άνδρες συναναστρέφονταν κοινωνικά την περίοδο που συντάχθηκε το λεύκωμα. Ως παράδειγμα επικαλείται συνέντευξη που είχε δώσει ο Τραμπ στο περιοδικό New York το 2002, όπου δήλωνε ότι γνώριζε τον Έπσταϊν επί 15 χρόνια και τον χαρακτήριζε «σπουδαίο τύπο».
Τον Απρίλιο του 2026 ο ομοσπονδιακός δικαστής Ντάριν Γκέιλς απέρριψε την αγωγή κρίνοντας ότι η πλευρά του Τραμπ δεν κατάφερε να αποδείξει την ύπαρξη «πραγματικής κακοβουλίας» (actual malice), δηλαδή ότι οι δημοσιογράφοι γνώριζαν πως δημοσίευαν ψευδείς πληροφορίες ή αδιαφόρησαν συνειδητά για την αλήθεια. Ωστόσο άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο επανακατάθεσης με νέα στοιχεία.
Σύμφωνα με τους New York Times, η κρίση κορυφώθηκε τη στιγμή που το πολυσυζητημένο δημοσίευμα της Wall Street Journal ανέβηκε στο διαδίκτυο. Οι κορυφαίοι συνεργάτες του Τραμπ βρίσκονταν εκείνη την ώρα σε σύσκεψη στην Αίθουσα Διαχείρισης Κρίσεων του Λευκού Οίκου, προσπαθώντας να διαχειριστούν τις πολιτικές συνέπειες της υπόθεσης Έπσταϊν. Επειδή τα κινητά τηλέφωνα απαγορεύονται στον συγκεκριμένο χώρο, ένας συνεργάτης μπήκε στην αίθουσα κρατώντας τυπωμένα αντίγραφα του άρθρου, το οποίο αποκάλυπτε ότι στο λεύκωμα γενεθλίων που είχε επιμεληθεί η Γκισλέιν Μάξγουελ για τα 50ά γενέθλια του Έπσταϊν το 2003 περιλαμβανόταν και μια κάρτα που αποδιδόταν στον Τραμπ. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η κάρτα περιείχε σκίτσο γυμνής γυναίκας και έναν φανταστικό διάλογο ανάμεσα στους δύο άνδρες γύρω από ένα «υπέροχο μυστικό».
Οι New York Times αναφέρουν επίσης ότι τις ημέρες πριν από τη δημοσίευση ο Τραμπ είχε επικοινωνήσει προσωπικά με τον διευθύνοντα σύμβουλο της News Corp Ρόμπερτ Τόμσον, τον ιδιοκτήτη του ομίλου Ρούπερτ Μέρντοχ και την αρχισυντάκτρια της Wall Street Journal Έμα Τάκερ, επιχειρώντας να αποτρέψει τη δημοσίευση του ρεπορτάζ. Σύμφωνα με το βιβλίο, είχε προειδοποιήσει ότι θα κινηθεί δικαστικά, ωστόσο οι προσπάθειές του δεν απέδωσαν και η ομάδα του αναγκάστηκε να προετοιμάσει άμεσα δημόσια διάψευση εκ μέρους του προέδρου.

Το παρασκήνιο που αποκάλυψαν οι New York Times
Ενώ η νομική διαμάχη συνεχίζεται, ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον προκαλούν οι αποκαλύψεις των New York Times για όσα συνέβαιναν πίσω από τις κλειστές πόρτες του Λευκού Οίκου κατά τη διάρκεια της κρίσης των αρχείων Έπσταϊν.
Σύμφωνα με το εκτενές ρεπορτάζ που βασίζεται στο βιβλίο «Regime Change: Inside the Imperial Presidency of Donald Trump», η κυβέρνηση Τραμπ βρέθηκε αντιμέτωπη με εσωτερικό χάος όταν το Υπουργείο Δικαιοσύνης και το FBI ανακοίνωσαν ότι δεν είχαν βρει καμία «λίστα πελατών» του Έπσταϊν.
Η ανακοίνωση, που υποτίθεται ότι θα έκλεινε το ζήτημα, προκάλεσε το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα. Η βάση του MAGA εξοργίστηκε, καθώς επί χρόνια κορυφαία στελέχη του κινήματος είχαν καλλιεργήσει την πεποίθηση ότι υπήρχε μια μυστική λίστα ισχυρών προσώπων που συγκαλυπτόταν από το αμερικανικό κράτος.
Η κατάσταση έφτασε σε τέτοιο σημείο ώστε να πραγματοποιούνται συνεχείς συσκέψεις στην Αίθουσα Διαχείρισης Κρίσεων του Λευκού Οίκου, το ίδιο δωμάτιο όπου παρακολουθήθηκε η επιχείρηση εξόντωσης του Οσάμα μπιν Λάντεν το 2011. Εκεί συγκεντρώνονταν ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς, η προσωπάρχης Σούζι Γουάιλς, η υπουργός Δικαιοσύνης Παμ Μπόντι, ο διευθυντής του FBI Κας Πατέλ και άλλοι κορυφαίοι αξιωματούχοι προκειμένου να διαχειριστούν την κρίση.
Ο Βανς φέρεται να ήταν από τους πιο ανήσυχους. Υποστήριζε ότι η κυβέρνηση έπρεπε να δημοσιοποιήσει σχεδόν όλα τα αρχεία ώστε να μην κατηγορηθεί για συγκάλυψη. Είχε μάλιστα προτείνει να δοθεί συνέντευξη της Γκισλέιν Μάξγουελ στον Τάκερ Κάρλσον ή ακόμη και να εμφανιστεί ο ίδιος στο podcast του Τζο Ρόγκαν για να εξηγήσει την κυβερνητική στάση.
Υπενθυμίζεται ότι η πρώην υπουργός Δικαιοσύνης Παμ Μπόντι, καταθέτοντας στις 29 Μαϊου κεκλεισμένων των θυρών στην Επιτροπή Εποπτείας της Βουλής των Αντιπροσώπων, είχε αποδώσει την ευθύνη για τη διαχείριση και τη δημοσιοποίηση των αρχείων Έπσταϊν στον τότε αναπληρωτή της, Τοντ Μπλανς. Σύμφωνα με όσα κατέθεσε, ο Μπλανς ήταν ο αξιωματούχος που επέβλεπε τη διαδικασία εξέτασης και δημοσιοποίησης του υλικού που βρισκόταν στην κατοχή του Υπουργείου Δικαιοσύνης.
Ο Μπλανς, τον οποίο ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ έχει πλέον προτείνει για τη θέση του υπουργού Δικαιοσύνης, αναμένεται να κληθεί τον Ιούλιο ενώπιον της Επιτροπής, καθώς βουλευτές και από τα δύο κόμματα ζητούν απαντήσεις για το εάν υπάρχουν ακόμη αδημοσίευτα έγγραφα που σχετίζονται με την υπόθεση Έπσταϊν.
Σημειώνεται ότι το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ (DOJ) έχει αναγνωρίσει ότι τα αρχεία που σχετίζονται με τον Τζέφρι Έπσταϊν ξεπερνούν τα 6 εκατομμύρια σελίδες. Μέχρι σήμερα έχουν δοθεί στη δημοσιότητα περίπου 3,5 εκατομμύρια σελίδες εγγράφων, καθώς και 180.000 εικόνες και περισσότερα από 2.000 βίντεο, ενώ βουλευτές και από τα δύο κόμματα υποστηρίζουν ότι σημαντικό υλικό παραμένει αδημοσίευτο.
Εδώ βρίσκεται και η βασική πολιτική διαμάχη: ο Τοντ Μπλανς και το DOJ λένε ότι έχουν συμμορφωθεί με τον νόμο και ουσιαστικά έχουν δημοσιοποιήσει ό,τι όφειλαν, ενώ βουλευτές όπως ο Ρο Κάνα και ο Τόμας Μάσι υποστηρίζουν ότι από τα πάνω από 6 εκατομμύρια δυνητικά σχετικά έγγραφα έχουν δημοσιευθεί μόνο περίπου 3,5 εκατομμύρια και ζητούν εξηγήσεις για το υπόλοιπο υλικό.

Η έκρηξη Μποντζίνο
Η πιο εκρηκτική στιγμή ήρθε όταν δημοσιοποιήθηκε το περίφημο υπόμνημα του Υπουργείου Δικαιοσύνης που κατέληγε ότι δεν υπήρχε λίστα πελατών και ότι ο θάνατος του Έπσταϊν ήταν αυτοκτονία.
Η αντίδραση της βάσης του MAGA ήταν τόσο έντονη ώστε ο αναπληρωτής διευθυντής του FBI Νταν Μποντζίνο ξέσπασε ανοιχτά εναντίον της Παμ Μπόντι.
Σύμφωνα με τους New York Times, μπήκε σε σύσκεψη του Υπουργείου Δικαιοσύνης και άρχισε να της φωνάζει ότι «τα έκανε θάλασσα από την αρχή», κατηγορώντας την για τις δηλώσεις περί «λίστας πελατών» και για τις υποσχέσεις που είχαν δοθεί στους υποστηρικτές του Τραμπ.
«Την έχω πάνω στο γραφείο μου», υπενθυμίζεται πως είχε δηλώσει η Μπόντι τον Φεβρουάριο του 2025.
Λίγες ημέρες αργότερα συγκρούστηκε ακόμη και με τη Σούζι Γουάιλς σε σύσκεψη στην Αίθουσα Διαχείρισης Κρίσεων. Όταν του ζητήθηκε να στηρίξει τη γραμμή του Λευκού Οίκου, απάντησε ότι δεν ήταν δικό του σχέδιο και αποχώρησε οργισμένος από τη συνεδρίαση.
Ο ίδιος θεωρούσε ότι η κυβέρνηση είχε υποτιμήσει εντελώς τη σημασία του ζητήματος για τη βάση του MAGA και προειδοποιούσε συνεχώς ότι η κρίση δεν ήταν απλώς μια διαδικτυακή συζήτηση.
«Δεν είναι ιστορία του ίντερνετ. Δεν καταλαβαίνετε», φέρεται να έλεγε σε στελέχη του Λευκού Οίκου.
Ήθελε ο Τραμπ να θαφτεί η υπόθεση;
Παρά τις πιέσεις από τον Βανς, τον Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ και πολλούς συμμάχους του στο διαδίκτυο, ο ίδιος ο πρόεδρος φέρεται να είχε διαφορετική άποψη.
Σύμφωνα με το βιβλίο των New York Times, ο Τραμπ δεν είχε κανένα ενδιαφέρον για περαιτέρω δημοσιοποίηση υλικού και ήθελε το θέμα να εξαφανιστεί από την επικαιρότητα.
Οι συνεργάτες του απέφευγαν ακόμη και να το συζητούν μαζί του, καθώς αντιδρούσε εκνευρισμένα κάθε φορά που γινόταν αναφορά στον Έπσταϊν.
Το πρόβλημα ήταν ότι όσο περισσότερο προσπαθούσε να το αποφύγει, τόσο περισσότερο επανερχόταν.
Η κυβέρνηση εξέτασε ακόμη και τη δημιουργία ενός τεράστιου δημόσιου ιστότοπου όπου θα αναρτούσε εκατομμύρια σελίδες εγγράφων σχετικών με τον Έπσταϊν, ελπίζοντας ότι ο όγκος των πληροφοριών θα έπνιγε τις θεωρίες συνωμοσίας, σύμφωνα με του NYT. Το σχέδιο δεν υλοποιήθηκε ποτέ με τη μορφή που είχε αρχικά σχεδιαστεί.
Παράλληλα, οι αξιωματούχοι διαπίστωναν ότι κάθε νέος φάκελος έκρυβε και νέες καταγγελίες, πολλές από τις οποίες ήταν αδύνατο να επιβεβαιωθούν ή να διαψευστούν οριστικά. Σε εσωτερικές συσκέψεις συζητήθηκαν ακόμη και παλαιοί, ανεπιβεβαίωτοι ισχυρισμοί που είχαν εμφανιστεί σε δικαστικά έγγραφα, με στελέχη να προειδοποιούν ότι η δημοσιοποίησή τους θα προκαλούσε νέα πολιτική θύελλα.

Η υπόθεση που δεν έκλεισε ποτέ
Τελικά, η κρίση οδήγησε στην ψήφιση του Epstein Files Transparency Act, το οποίο υποχρέωσε την κυβέρνηση να δημοσιοποιήσει τεράστιο όγκο εγγράφων.
Σύμφωνα με ανάλυση που επικαλούνται οι New York Times, τα αρχεία περιείχαν περισσότερες από 38.000 αναφορές στον Τραμπ, την οικογένειά του ή το Μαρ-α-Λάγκο. Οι αναφορές αυτές δεν αποτελούν ενδείξεις παρανομίας, αλλά περιλαμβάνουν κάθε είδους μνείες σε έγγραφα, καταθέσεις, ατζέντες, αρχεία πτήσεων και λοιπό υλικό που σχετίζεται με την υπόθεση.
Παρότι το Υπουργείο Δικαιοσύνης επέμενε ότι δεν βρέθηκε καμία «λίστα πελατών», το θέμα παρέμεινε ζωντανό για μήνες και συνέχισε να απασχολεί ακόμη και ψηφοφόρους που δεν ανήκαν στον στενό πυρήνα του MAGA.
Αυτό είναι και το βασικό συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουν οι συγγραφείς των New York Times: ο Τραμπ κατάφερε πολλές φορές να ξεπεράσει κρίσεις που έμοιαζαν πολιτικά καταστροφικές, όμως η υπόθεση Έπσταϊν αποδείχθηκε διαφορετική.
Και ενώ σήμερα η Wall Street Journal ζητά από το δικαστήριο να απορρίψει οριστικά την αγωγή των 10 δισ. δολαρίων, η πραγματική ζημιά για τον Λευκό Οίκο δεν βρίσκεται απαραίτητα στις δικαστικές αίθουσες. Βρίσκεται στο γεγονός ότι η υπόθεση Έπσταϊν εξελίχθηκε σε ένα θέμα που ούτε η κυβέρνηση ούτε ο ίδιος ο πρόεδρος κατάφεραν να βγάλουν από τη δημόσια συζήτηση.