Μπέρνι Σάντερς - Μπορεί να αναστραφεί η παρακμή της Αμερικής;
- Κατηγορία ΑΝΙΧΝΕΥΟΝΤΑΣ
- 0 σχόλια
Ο εμβληματικός αριστερός γερουσιαστής από το Βερμόντ, μαχητικός και αεικίνητος παρά τα 84 χρόνια του, σε άρθρο του στον Guardian ασκεί δριμεία κριτική για την παρακμιακή κατάσταση που επικρατεί σήμερα στις ΗΠΑ, επιτίθεται στον Τραμπ και στις αυταρχικές πολιτικές του, και καλεί σε παλλαϊκή συσπείρωση ώστε να μπει ένα φρένο στην κατρακύλα της αμερικανικής δημοκρατίας
Παρά τα 84 χρόνια που φέρει στις πλάτες του, τον περασμένο Απρίλιο, στο πλαίσιο της συνεχιζόμενης Fighting Oligarchy Tour, σε ένα κατάμεστο από 36.000 ανθρώπους πάρκο του Λος Αντζελες, και αφού θρυλικές μορφές του πολιτικού τραγουδιού όπως ο Νιλ Γιανγκ και η Τζόαν Μπαέζ είχαν ξεσηκώσει το πλήθος, ο Μπέρνι Σάντερς ανέβηκε στη σκηνή με υπόκρουση το επιβλητικό «Power to the People» και κάλεσε τον κόσμο να «πάρει πίσω την Αμερική» από τον Τραμπ και τους δισεκατομμυριούχους φίλους του που τους κλέβουν το μέλλον. Σήμερα, ο γηραιός όσο και αεικίνητος και μαχητικός ανεξάρτητος γερουσιαστής του Βερμόντ, σε άρθρο του στον Guardian ασκεί δριμεία κριτική για την τρέχουσα κατάσταση των Ηνωμένων Πολιτειών, προειδοποιώντας ότι η χώρα βρίσκεται σε πορεία βαθιάς παρακμής.
Ωστόσο δεν περιορίζεται σε διαπιστώσεις και επικρίσεις. Σκιαγραφεί επίσης έναν ριζοσπαστικό αλλά ρεαλιστικό οδικό χάρτη για την αναγέννηση της αμερικανικής δημοκρατίας. Εστιάζοντας στην οικονομική ανισότητα, στην κατάρρευση των κοινωνικών υποδομών και στην απειλή του αυταρχισμού, καλεί σε μια παλλαϊκή κινητοποίηση της εργατικής τάξης, που θα υπερβαίνει τις φυλετικές, κοινωνικές και όποιες άλλες διαιρέσεις, με στόχο την επικράτηση της δικαιοσύνης έναντι της ολιγαρχικής απληστίας. «Σε αυτή τη δύσκολη περίοδο της αμερικανικής ιστορίας είναι επιτακτική η ανάγκη να έχουμε το θάρρος να είμαστε ειλικρινείς με τους εαυτούς μας. Οι ΗΠΑ, που κάποτε ήταν αντικείμενο παγκόσμιου φθόνου, είναι τώρα ένα κράτος σε βαθιά παρακμή.
Για χάρη των παιδιών μας και των μελλοντικών γενεών πρέπει να αντιστρέψουμε αυτή την παρακμή και να αλλάξουμε, με πολύ ουσιαστικούς τρόπους, την κατεύθυνση της χώρας μας», γράφει. «Πριν από όχι πολύ καιρό, οι ΗΠΑ θαυμάζονταν για τη δημοκρατία, το Σύνταγμα, το κράτος Δικαίου, την ισχυρή μεσαία τάξη και ένα αμερικανικό όνειρο, που υπόσχονταν ότι τα παιδιά και τα εγγόνια μας θα είχαν μια καλύτερη ζωή από τους γονείς τους. Δυστυχώς, αυτό δεν ισχύει πια». Η χρόνια παρακμή «Είχαμε την ισχυρότερη και πιο ζωντανή μεσαία τάξη στον πλανήτη. Οχι πια»: Το 60% των Αμερικανών ζει από μισθό σε μισθό, ενώ οι ΗΠΑ έχουν την υψηλότερη ανισότητα εισοδήματος και πλούτου από οποιαδήποτε άλλη μεγάλη, ανεπτυγμένη χώρα.
Παρά τις τεράστιες προόδους στην τεχνολογία και στην παραγωγικότητα των εργαζομένων, οι πραγματικοί εβδομαδιαίοι μισθοί για τον μέσο Αμερικανό είναι χαμηλότεροι σήμερα από ό,τι πριν από 53 χρόνια. «Ημασταν κάποτε η χώρα με το υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο στη Γη, με ένα εξαιρετικό δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα και το υψηλότερο ποσοστό νέων πτυχιούχων από οποιαδήποτε άλλη χώρα. Οχι πια»: Σήμερα οι ΗΠΑ υπολείπονται σημαντικά των αντίστοιχων χωρών στο συνολικό μορφωτικό επίπεδο, το σύστημα παιδικής μέριμνας είναι κατεστραμμένο και εκατομμύρια νέοι δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να σπουδάσουν. «Είχαμε το καλύτερο σύστημα υγειονομικής περίθαλψης στον κόσμο. Οχι πια»:
Παρά το γεγονός ότι οι Αμερικανοί ξοδεύουν πολύ περισσότερα κατά κεφαλήν για υγειονομική περίθαλψη από οποιονδήποτε άλλο λαό, 85 εκατομμύρια πολίτες είναι ανασφάλιστοι ή υποασφαλισμένοι, το προσδόκιμο ζωής στη χώρα είναι χαμηλότερο από όσο στα περισσότερα πλούσια κράτη, ενώ υπάρχει τεράστια έλλειψη σε γιατρούς, νοσηλευτές, οδοντιάτρους, συμβούλους ψυχικής υγείας και άλλους επαγγελματίες υγείας. «Ημασταν μια χώρα με αξιοπρεπή, οικονομικά προσιτή στέγαση. Οχι πια»: Από την πανδημία και μετά η μέση τιμή αγοράς κατοικίας έχει αυξηθεί κατά 55% – σε περισσότερα από 410.000 δολάρια. Σήμερα, πάνω από 20 εκατομμύρια νοικοκυριά ξοδεύουν περισσότερο από το ήμισυ των περιορισμένων εισοδημάτων τους για στέγαση, περίπου 800.000 άνθρωποι είναι άστεγοι, ενώ τα νεαρά ζευγάρια αγοράζουν (όσα το καταφέρνουν) το πρώτο τους σπίτι κατά μέσο όρο δέκα χρόνια αργότερα σε σχέση με τους γονείς τους.
«Είχαμε ένα αρκετά θρεπτικό διατροφικό σύστημα. Οχι πια»: Σήμερα, ως αποτέλεσμα της εταιρικής γεωργίας (corporate agriculture) και της απληστίας της βιομηχανίας τροφίμων και ποτών, πολλά από τα παιδιά στις ΗΠΑ είναι εθισμένα σε υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα, ενώ η χώρα καταγράφει υψηλότερα ποσοστά παχυσαρκίας και διαβήτη από οποιαδήποτε άλλη. «Είχαμε το πιο προηγμένο σύστημα μεταφορών στον κόσμο. Οχι πια»: Οι δημόσιες συγκοινωνίες και οι σιδηροδρομικές μεταφορές στις ΗΠΑ υστερούν πολύ σε σχέση με τις περισσότερες άλλες ανεπτυγμένες χώρες και εκατομμύρια άνθρωποι περνούν ώρες κολλημένοι στην κίνηση κάθε μέρα. Ο Τραμπ και η διολίσθηση προς τον αυταρχισμό
Επιπλέον, σαν να μην ήταν αρκετά όλα αυτά, «το πολιτικό μας σύστημα είναι διεφθαρμένο και κυριαρχείται από μια εξαιρετικά άπληστη τάξη δισεκατομμυριούχων που μπορεί να αγοράζει και να πουλάει πολιτικούς. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι η χώρα μας διολισθαίνει ταχύτατα στον αυταρχισμό, υπό την ηγεσία ενός ασταθούς, ναρκισσιστή ηγέτη, που διψάει για ολοένα περισσότερη εξουσία. Ο Ντόναλντ Τραμπ σφετερίζεται τις εξουσίες του Κογκρέσου, επιτίθεται στα δικαστήρια, εκφοβίζει τα μέσα ενημέρωσης, απειλεί τα πανεπιστήμια και διώκει ή συλλαμβάνει τους πολιτικούς του αντιπάλους», καταγγέλλει ο Μπέρνι Σάντερς. Υπάρχει, φυσικά, και ο εγχώριος στρατός του Τραμπ, η διαβόητη ICE, μια υπηρεσία που ενεργεί με εξωφρενικό και αντισυνταγματικό τρόπο, καταλαμβάνοντας και τρομοκρατώντας κοινότητες, εισβάλλοντας παράνομα σε σπίτια, στέλνοντας πεντάχρονα παιδιά σε κέντρα κράτησης, απελαύνοντας παράνομα ανθρώπους και σκοτώνοντας αμερικανούς πολίτες εν ψυχρώ.
Ομως ο αυταρχισμός του Τραμπ εκτείνεται πολύ πέρα από τα σύνορα των ΗΠΑ. «Σήμερα έχουμε έναν πρόεδρο που αισθάνεται πολύ πιο άνετα με τις δικτατορίες της Σαουδικής Αραβίας, του Κατάρ και των ΗΑΕ παρά με τα δημοκρατικά κράτη της Ευρώπης, έναν πρόεδρο που, μαζί με τον Ελον Μασκ και άλλους, υποστηρίζει ακροδεξιά εξτρεμιστικά κόμματα σε όλον τον κόσμο. »Εχουμε έναν πρόεδρο που έχει παράσχει άνευ όρων υποστήριξη στον ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου, έναν εγκληματία πολέμου που κατηγορείται από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για τις γενοκτονικές πολιτικές του. Εχουμε έναν πρόεδρο που παραβιάζει το διεθνές Δίκαιο ατιμώρητα, επιτιθέμενος παράνομα στη Βενεζουέλα, προτείνοντας, παράλογα, στον Καναδά να γίνει η 51η Πολιτεία μας και απειλώντας, εντελώς εξωφρενικά, να αρπάξει τη Γροιλανδία από τη Δανία», γράφει ο Σάντερς.
Το παράδειγμα του Μαμντάνι Πού οδεύουν, λοιπόν, οι ΗΠΑ; Πώς μπορεί να αναστραφεί η παρακμή της χώρας; Πώς μπορούν οι Αμερικανοί να οικοδομήσουν μια οικονομία που να λειτουργεί για τους εργαζόμενους και όχι μόνο για τους δισεκατομμυριούχους; Πώς μπορούν να αναζωογονήσουν τη δημοκρατία τους; Πώς μπορούν να χαράξουν μια εξωτερική πολιτική που να εδράζεται στο διεθνές δίκαιο; Σύμφωνα με τον δις υποψήφιο για το προεδρικό χρίσμα των Δημοκρατικών (το 2016 και το 2020) η απάντηση δεν είναι περίπλοκη. «Το κάνουμε κτίζοντας ένα εθνικό λαϊκό κίνημα που θα αγωνίζεται για τις ανάγκες της αμερικανικής εργατικής τάξης. Το κάνουμε συσπειρώνοντας τους ανθρώπους –μαύρους, λευκούς, Λατίνους, Ασιάτες, ομοφυλόφιλους και ετεροφυλόφιλους– γύρω από μια ατζέντα που θα αντιμετωπίζει την απληστία των ολιγαρχών και θα βασίζεται στις αρχές της οικονομικής, κοινωνικής, φυλετικής και περιβαλλοντικής δικαιοσύνης».
«Είναι αυτό ένα άπιαστο όνειρο; Μπορεί να γίνει πραγματικότητα;», διερωτάται. «Σίγουρα μπορεί», απαντά. «Η επιτυχημένη εκστρατεία του Ζόραν Μαμντάνι στη Νέα Υόρκη μάς έδωσε τον οδικό χάρτη». Θυμίζει ότι, ξεκινώντας από μόλις 1% στις δημοσκοπήσεις, ο Μαμντάνι είχε τα κότσια να αντιμετωπίσει το Δημοκρατικό κατεστημένο, το Ρεπουμπλικανικό κατεστημένο και τους ολιγάρχες. Και κέρδισε οργανώνοντας μια εκστρατεία με περισσότερους από 90.000 εθελοντές που χτυπούσαν πόρτες, προωθώντας μια στιβαρή προοδευτική ατζέντα. «Ναι. Αυτό που πέτυχε ο Μαμντάνι στη Νέα Υόρκη μπορεί και πρέπει να επαναληφθεί και στις 50 Πολιτείες», επισημαίνει ο Μπέρνι Σάντερς. Ομως για να συμβεί αυτό δεν αρκούν οι επικρίσεις κατά του Τραμπ και των καταστροφικών πολιτικών του.
Χρειάζεται επίσης ένα εναλλακτικό όραμα (όπως κατέδειξε με επιτυχία ο νέος δήμαρχος της Νέας Υόρκης) με στόχο τη βελτίωση της ζωής των απλών Αμερικανών – μέσω της απαλλαγής της αμερικανικής δημοκρατίας από την επιρροή των δισεκατομμυριούχων χορηγών, μέσω της καθολικής υγειονομικής περίθαλψης, της προσιτής στέγασης, της δωρεάν τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, αξιοπρεπών μισθών και συντάξεων, δίκαιης φορολογίας των δισεκατομμυριούχων και των πολυεθνικών κολοσσών, συνοψίζει αναφερόμενος σε μερικά μόνο από τα πιο φλέγοντα ζητήματα που θα πρέπει να αντιμετωπιστούν. «Βιώνουμε μία από τις πιο δύσκολες περιόδους στην ιστορία της χώρας μας. Ομως η αλήθεια είναι ότι κατά την πορεία του έθνους μας έχουμε αντιμετωπίσει ξανά τεράστιες προκλήσεις.
Από την Επανάσταση μέχρι το όνειδος της δουλείας, από τη Μεγάλη Υφεση μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και από τον εκατονταετή αγώνα για τα πολιτικά δικαιώματα μέχρι τους αγώνες για τα δικαιώματα των γυναικών, των εργαζομένων και της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας, ο αμερικανικός λαός αγωνίστηκε για δικαιοσύνη – και επικράτησε. Μπορούμε να το κάνουμε ξανά», γράφει. «Σε περιόδους μεγάλων κρίσεων οι Αμερικανοί ενώθηκαν και επέλεξαν τη δημοκρατία αντί για τον αυταρχισμό, τη δικαιοσύνη αντί για την απληστία, την αλληλεγγύη αντί για τον διχασμό. Αντιλαμβάνονταν κατά το παρελθόν –και αντιλαμβανόμαστε και σήμερα– πως όταν είμαστε ενωμένοι, όσο πλούτο και όση ισχύ κι αν κατέχουν οι ολιγάρχες, δεν υπάρχει τίποτα που να μην μπορούμε να κατορθώσουμε. Με αυτόν τον τρόπο θα αναστρέψουμε την παρακμή της Αμερικής, θα ανανεώσουμε τη δημοκρατία μας και θα οικοδομήσουμε ένα μέλλον αντάξιο των παιδιών μας και των μελλοντικών γενεών», καταλήγει.