Κάποιοι θέλουν να μας πείσουν ότι μόνο η Νέα Δημοκρατία μπορεί να κυβερνήσει τη χώρα
- Κατηγορία ΑΝΙΧΝΕΥΟΝΤΑΣ
- 0 σχόλια
Η κυβέρνηση προσπαθεί να «πουλήσει» το αφήγημα ότι μόνο η Νέα Δημοκρατία είναι σήμερα κόμμα διακυβέρνησης
Συστηματικά εδώ και αρκετό καιρό οι πολίτες υφίστανται έναν επίμονο επικοινωνιακό και ιδεολογικό εκβιασμό από τη μεριά της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας και του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Στον πυρήνα του εκβιασμού ο ισχυρισμός ότι αυτή τη στιγμή στη χώρα υπάρχει μόνο ένα κόμμα διακυβέρνησης, η Νέα Δημοκρατία.
Σύμφωνα με αυτό το σχήμα, η Νέα Δημοκρατία είναι το μόνο κόμμα που μπορεί σήμερα να αναλάβει την κυβερνητική εξουσία, γιατί είναι το μόνο που διαθέτει τη γνώση που απαιτείται και το μόνο που είναι αρκετά μαζικό, ώστε να κυβερνήσει με όρους αυτοδυναμίας και όχι με όρους διαρκούς παζαριού εντός κάποιας «συμμαχικής» κυβέρνησης που θα αθροίζει αντιπολιτευτικές δυνάμεις χωρίς κοινές θέσεις και όραμα και πρωτίστως χωρίς κοινή αντίληψη για τη διακυβέρνηση.
Εκμεταλλευόμενη αυτή την ανισορροπία του πολιτικού συστήματος, η κυβέρνηση θέλει να περάσει το μήνυμα ότι ακόμη και εάν κανείς είναι δυσαρεστημένος με τις πολιτικές που εφαρμόζει, δεν μπορεί να παραβλέψει το ότι είναι η μόνη με πραγματική πρόταση διακυβέρνησης, που μπορεί να εξασφαλίσει ότι η χώρα κάπως θα συνεχίσει να λειτουργεί, να έχει κάποια -έστω και αναιμική- ανάπτυξη, να λειτουργούν οι βασικές υποδομές, να εξυπηρετούνται οι πολίτες. Οτιδήποτε άλλο, θα σημαίνει «χάος», καθώς θα έρθουν στην εξουσία και θα αναλάβουν να ασκήσουν κυβερνητικά καθήκοντα κόμματα και προσωπικότητες χωρίς σχέδιο, χωρίς κυβερνητική εμπειρία – ή με κυβερνητική εμπειρία στην «καταραμένη» τετραετία 2015-2019 – με μόνη ιδεολογία το μίσος για την κυβέρνηση Μητσοτάκη.
Με αυτό τον τρόπο η κυβέρνηση, έχοντας επίγνωση ότι δεν μπορεί να προβάλει το έργο της με θετικό τρόπο, προσπαθεί να δημιουργήσει έναν «μπαμπούλα», να φοβίσει το εκλογικό σώμα ότι οποιαδήποτε άλλη επιλογή εκτός από τη Νέα Δημοκρατία, θα οδηγήσει σε «χάος» και επικίνδυνες περιπέτειες.
Μάλιστα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο καταναγκαστικός σχεδόν τρόπος με τον οποίο η κυβέρνηση προσπαθεί να παρουσιάσει τη Νέα Δημοκρατία ως τη μόνη πρόταση διακυβέρνησης, στην πραγματικότητα είναι ο τρόπος της να συγκαλύψει το άγχος της, καθώς γνωρίζει ότι και άλλες προτάσεις διακυβέρνησης διαμορφώνονται, και εναλλακτικές πολιτικές υπάρχουν και άνθρωποι που μπορούν να αναλάβουν αυτόν τον ρόλο και αυτή την ευθύνη.
Και αυτό είναι το όριο της τακτικής της κυβέρνησης. Γιατί μπορεί όλος αυτός ο θόρυβος γύρω από το μοτίβο «Μητσοτάκης ή Χάος» να φαντάζει στα μάτια όσων τον αναπαράγουν επαρκής, σε ένα πολιτικό σκηνικό όπου η αντιπολίτευση είναι κατακερματισμένη και χωρίς κοινή πυξίδα, όμως αυτό δεν θα συνεχιστεί για πολύ ακόμη.
Γιατί αυτό που η κυβέρνηση δεν αντιλαμβάνεται είναι το βάθος όχι απλώς της δυσαρέσκειας (σε τελική ανάλυση πάντα δυσαρεστημένα είναι τα λαϊκά στρώματα τις τελευταίες δεκαετίες), αλλά της κρίσης εμπιστοσύνης στον τρόπο που ασκεί την εξουσία, και της αμφισβήτησης του πυρήνα της πολιτικής της.
Γιατί πλέον μεγάλο μέρος των πολιτών δεν αποδέχονται το «αφήγημα» ότι δεν μπορεί να υπάρξει άλλη πρόταση για την οικονομία, την ανάπτυξη, τη λειτουργία του κράτους. Έστω και διαισθητικά οι πολίτες έχουν κατανοήσει ότι μπορεί να υπάρξει ανάπτυξη με μεγαλύτερη κοινωνική δικαιοσύνη, ότι μπορεί το κράτος να εξασφαλίζει βασικά δημόσια αγαθά και υπηρεσίες, ότι η διαρκής χειραγώγηση δεν μπορεί να είναι η πάγια συνθήκη για τους θεσμούς. Και γι’ αυτό τον λόγο δεν διεκδικούν απλώς να εκφράσουν την οργή ή την αγανάκτησή τους, αλλά να δουν να γίνεται πράξη μια βαθιά πολιτική αλλαγή, μια νέα κατεύθυνση για τη χώρα, μια νέα – όντως – «κανονικότητα» ενός κράτους που δεν θα είναι εχθρικό, μιας οικονομίας που στο επίκεντρο έχει την εργασία, μιας κοινωνίας με περισσότερη συνοχή και αλληλεγγύη.
Αυτό το αίτημα ωριμάζει στη σκέψη μεγάλου μέρους του εκλογικού σώματος και γι’ αυτόν τον λόγο είναι βαθιά εσφαλμένη η πεποίθηση της κυβέρνησης ότι στις εκλογές θα δούμε απλώς μια εκλογική «εξέγερση», ανάλογη με την εκλογική ανταρσία των πρώτων εκλογών του 2012, και άρα την αντιπαράθεση ανάμεσα στην κυβερνητική «σταθερότητα» – έστω και με ποσοστό κάτω από το 30% – και από την άλλη το «χάος», τα «άκρα», τους «κινδύνους», έτσι ώστε να θέσει, ενόψει των δεύτερων εκλογών, που αναπόφευκτα θα ακολουθήσουν, το εκβιαστικό δίλημμα στους ψηφοφόρους.
Αντιθέτως, όπως θα διαπιστώσει και η κυβέρνηση, όσο πλησιάζουμε στις εκλογές, αυτό που θα αναζητούν οι πολίτες ολοένα και περισσότερο θα είναι μια εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης και όχι απλώς επιλογές «ψήφου διαμαρτυρίας». Πράγμα που σημαίνει ότι όταν αυτή αρχίσει να αποκτά σχήμα, λόγο, προοπτική και προφανώς «πρόσωπο», τότε θα δούμε και την κοινή γνώμη να μεταστρέφεται και οι συσχετισμοί να αλλάζουν ακόμη και σε δημοσκοπικό επίπεδο. Ακόμη περισσότερο: είναι ακριβώς αυτή η ανάγκη της κοινωνίας για μια εναλλακτική που αποτελεί τον καταλύτη για τέτοιες διεργασίες.
Σε τελική ανάλυση, αυτό αποκαλύπτει για άλλη μια φορά ότι η Νέα Δημοκρατία και το Μέγαρο Μαξίμου, έχουν χάσει την ικανότητά τους να «διαβάζουν» την ελληνική κοινωνία. Εξ ου και την αντιμετωπίζουν ως απλώς «θυμωμένη» και «οργισμένη», αλλά ταυτόχρονα και προκαταβολικά «φοβισμένη» απέναντι στο «χάος», ώστε με λίγη νουθεσία (και άμα χρειαστεί και επικοινωνιακή τρομοκρατία) να συνειδητοποιήσει και να αποδεχτεί ότι η μόνη εφικτή πορεία είναι η παράταση του σημερινού αδιεξόδου. Η κοινωνία είναι θυμωμένη και οργισμένη, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν σκέπτεται και δεν σταθμίζει. Το ακριβώς αντίθετο: το αίτημα πολιτικής αλλαγής είναι σήμερα και πιο ώριμο και πιο βαθύ και γι’ αυτό ουσιαστικά θα είναι η κοινωνία που θα επιβάλει να αρθρωθεί η εναλλακτική. Αρκεί βεβαίως και αυτοί στους οποίους αναλογεί η ευθύνη να την κάνουν πράξη, να σταθούν στο ύψος αυτής ακριβώς της ευθύνης.
Πηγή: in.gr