Αγάπη μόνο (για τον Μητσοτάκη)
- Κατηγορία ΑΝΙΧΝΕΥΟΝΤΑΣ
- 0 σχόλια
Να λύσουµε καταρχάς ένα θεωρητικό ζήτηµα. Είναι σωστό να πηγαίνουν οι πρωθυπουργοί φυλακή; Στις δηµοκρατίες, όπου δεν υπάρχει διαχωρισµός των πολιτών και οι ηγέτες δεν απολαµβάνουν ιδιαίτερων προνοµίων εν είδει κάποιου βασιλικού πρωτοκόλλου, ναι, πάνε. Στη Γαλλία ο Σαρκοζί πρόσφατα φόρεσε βραχιολάκι µετά τη δίκη και την καταδίκη του για διαφθορά. Ο Νετανιάχου έχει περάσει πολλές φορές τα ανακριτικά γραφεία, αφού συνελήφθη µαύρα µεσάνυχτα σαν κοινός κακοποιός ύστερα από έφοδο της αστυνοµίας στο σπίτι του. Είναι δε πολύ πιθανό να βρεθεί πίσω από τα κάγκελα όταν τελειώσει ο πόλεµος που του παρέχει ιδιότυπη ασυλία. Ακόµη και ο πλανητάρχης Ντόναλντ Τραµπ βρέθηκε ενώπιον δικαστηρίου και καταδικάστηκε για κακουργήµατα.
Στην Ελλάδα, που διαφηµίζεται ως αρχαία δηµοκρατία, ένα άρθρο του συντάγµατος, το οποίο στρέφεται ενάντια στην ισότητα που προβλέπει το σύνταγµα, εξασφαλίζει διαφορετική νοµική µεταχείριση για υπουργούς και πρωθυπουργούς. Ο λεγόµενος «νόµος περί ευθύνης υπουργών» πρακτικά λειτουργεί ως νόµος που συστηµατικά δεν αναγνωρίζει ποινικές ευθύνες σε υπουργούς και πρωθυπουργούς.
Σαν να µην έφτανε το νοµικό πλαίσιο που εξασφαλίζει την ατιµωρησία, υπάρχει και µια θεωρητική εφεύρεση που εµφανίζεται ως πολιτικός πολιτισµός και άτυπη συµφωνία πολιτικής ευπρέπειας, σύµφωνα µε την οποία οι πρωθυπουργοί δεν πρέπει να οδηγούνται σε δίκη. Στην πραγµατικότητα αυτό που εµφανίζεται ως σωτήρια για τον πολιτικό πολιτισµό συγκατάβαση είναι ο αυτοµατισµός και τα αντανακλαστικά του συστήµατος που δηµιουργεί αναχώµατα αυτοπροστασίας. Στην µπρουτάλ και κάπως µαφιόζικη ερµηνεία του όλο αυτό συνοψίζεται στο «δεν πειράζουµε πρωθυπουργούς γιατί θα µπλέξουµε όλοι».
Γενικότερα άλλωστε, ακόµη κι αυτές οι κολοβές θεσµικές προβλέψεις µε τις οποίες θα µπορούσε θεωρητικά να οδηγηθεί ένα πολιτικό πρόσωπο σε δίκη έχουν ακυρωθεί µε τη γενική αρχή (επίσης φαντάζει να ξεχειλίζει πολιτισµό) ότι δεν είναι σωστό να ποινικοποιείται η πολιτική ζωή. Οποιος απαιτεί δικαιοσύνη για τα πολιτικά πρόσωπα λοιπόν σκοπεύει να ποινικοποιήσει την πολιτική ζωή. Από τον Ακη Τσοχατζόπουλο έως τον Γιάννο Παπαντωνίου, όλοι οι ελεγχόµενοι εµφανίζονται ως πολιτικά διωκόµενοι, ενώ αυτοί που τους καλύπτουν (για να θυµηθούµε όσα έλεγε ο Βαγγέλης Βενιζέλος για τον Ακη) είναι ικανοί να εµφανίσουν τους λογαριασµούς της µίζας ως αριθµούς τηλεφώνων.
Το 2010 ο διώκτης του Αντρέα, Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, σε µια συνέντευξή του στον Σκάι είπε για το θέµα αυτό: «Η παραποµπή του ήταν πολιτικό λάθος, δεν ωφέλησε εκείνη την ώρα το κόµµα µας, αντίθετα ωφέλησε το ΠΑΣΟΚ. ∆εν ωφέλησε και την Αριστερά που συνέπραξε µαζί µας… Αλλά η άποψη ότι ο πρωθυπουργός δεν δίνει λόγο, δεν δικάζεται, δεν ξέρω αν υποστηρίχθηκε ποτέ από κανέναν, αλλά πάντως είναι εντελώς αστήρικτη. Η άποψη ότι ο Κωνσταντίνος Καραµανλής είχε πει ότι οι τέως πρωθυπουργοί δεν πάνε φυλακή, πηγαίνουν σπίτι τους, δεν είναι σωστή».
Το ζήτηµα της δυνατότητας διατύπωσης πρότασης παραποµπής του Κυριάκου Μητσοτάκη για το έγκληµα στα Τέµπη υπό το πρίσµα του τι επιτρέπεται και τι όχι, µε βάση πιθανούς άγραφους ηθικούς κανόνες, έχει απαντηθεί από τον ίδιο τον πατέρα του. Οι πρωθυπουργοί είναι οι πρώτοι που λογοδοτούν και, όταν η λογοδοσία αφορά πιθανές ποινικές ευθύνες, πρέπει να προσφέρονται για να δώσουν εξηγήσεις.
Εχει ποινικές ευθύνες ο Μητσοτάκης για τα Τέµπη; Για να παραπεµφθεί κάποιος (δηλαδή εν προκειµένω ο Μητσοτάκης) σε προκαταρκτική εξέταση δεν χρειάζονται ούτε αποχρώσες ούτε καν απλές ενδείξεις, αλλά ενδείξεις. Ο γράφων έχει οδηγηθεί εκατοντάδες φορές στα δικαστήρια µε µηνυτές και υπουργούς της κυβέρνησης Μητσοτάκη, αφού διώχθηκε γιατί υπήρχαν απλές αλλά και ανύπαρκτες ενδείξεις. Σε όλες τις υποθέσεις υπήρξε αθώωση. Σε ό,τι µε αφορά προσωπικά, θα µπορούσα, συγκρίνοντας τις δικές µου περιπέτειες (στις οποίες µάλιστα µε έριξε ο Μητσοτάκης) µε αυτήν του τωρινού πρωθυπουργού, να πω: «Τι είναι αυτό που φοβάται;».
Για τον Μητσοτάκη όχι µόνο υπάρχουν ενδείξεις πιθανής ενοχής, αλλά φρόντισε και ο ίδιος να τις επιβεβαιώσει µε τη στάση του ενόχου που επιχειρεί να συγκαλύψει.
Να θυµίσω ότι µε προσωπική εντολή Μητσοτάκη η Ν∆ έστησε δύο ειδικά δικαστήρια. Σε εκείνο που αφορούσε την υπόθεση Novartis, µε στηµένο κατηγορητήριο επιχείρησε να παραπέµψει δηµοσιογράφους για να τους εκδικηθεί για τις αποκαλύψεις.
Η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για το έγκληµα στα Τέµπη έχει ένα νοµικό σκεπτικό που απαντά στις απαιτήσεις του κολοβού νόµου για την παραποµπή. Με την ξεκάθαρη νοµική πρόταση διαφώνησε η Νέα Αριστερά. Το επιχείρηµα είναι (έτσι τουλάχιστον εκφράστηκε από την Εφη Αχτσιόγλου) ότι, αν παραπεµφθεί ο Μητσοτάκης και αθωωθεί από την πλειοψηφία, δεν θα µπορεί στο µέλλον να δικαστεί. Το επιχείρηµα είναι προσχηµατικό, αφού για να γίνει κάτι τέτοιο πρέπει η Ν∆ να αποδεχτεί την πρόταση παραποµπής του Μητσοτάκη, πράγµα φυσικά αδύνατο. Αλλωστε το επιχείρηµα ότι είναι παρακινδυνευµένο να γίνει κάτι τέτοιο γιατί µπορεί να οδηγήσει σε µη τιµωρία στο µέλλον ισχύει και για τον Καραµανλή. Γιατί γι’ αυτόν κάνουν πρόταση παραποµπής.
Οι πιο ισχυροί υποστηρικτές της µη παραποµπής του Μητσοτάκη αποδείχθηκαν τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ που ανήκουν στο περιβάλλον του πρώην πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα. Επιχείρησαν να ανατρέψουν την πρόταση της ΠΓ του κόµµατος για παραποµπή Μητσοτάκη, στην οποία είχαν συµφωνήσει. Ενας εξ αυτών µάλιστα απείλησε µε δηµόσια διαφοροποίηση. Γιατί το περιβάλλον Τσίπρα φαίνεται να στηρίζει Μητσοτάκη; Είναι ένα ερώτηµα. Η Μαρία Καρυστιανού και οι συγγενείς των θυµάτων χαρακτήρισαν αυτή την τακτική «συνέχιση του µπαζώµατος». Ισως οι µητσοτακικότεροι του Μητσοτάκη στην ΠΓ του ΣΥΡΙΖΑ να πρέπει να απαντήσουν σε αυτούς και όχι στον Μητσοτάκη. Ακόµη κι αν του έχουν υποχρέωση.
Πηγή: Documento