Η ΝΕΑΡ, το τενεκεδάκι και ο Ακατονόμαστος
Ηζωή αλλάζει δίχως να κοιτάζει
τη δική σου μελαγχολία
κι έρχεται η στιγμή για ν’ αποφασίσεις
με ποιους θα πας και ποιους θ’ αφήσεις
Οχι, δεν το έγραψε κάποιος σχολιάζοντας τη διαδρομή, τα δρώμενα και το δράμα της Νέας Αριστεράς, που απασχολούν όλο και λιγότερους από τους αμύητους στα μυστήρια της Αριστεράς. Ο Διονύσης Σαββόπουλος το έγραψε το 1966 -στη φωτεινή του νεότητα- και καθρεφτίζει με μοχθηρή ποιητική ακρίβεια την κατάσταση αυτού του κόμματος, που ξεκίνησε με μεγάλες προσδοκίες για τους επώνυμους πρωτεργάτες του και κατέληξε στη μελαγχολία του συνεδρίου του. Το οποίο αποφάσισε επί της ουσίας ένα και μόνο πράγμα: Να μην αποφασίσει!
Και λαϊκό μέτωπο, και αυτόνομη πορεία, και αυστηρή κριτική στα προσωποπαγή κόμματα, και ανάθεμα στον «χυλό» της προοδευτικής παράταξης και όχι στην έκπτωση της Νέας Αριστεράς σε συνιστώσα. Ολα αυτά μαζί και ταυτοχρόνως. Ψάχνει ο υπομονετικός αναγνώστης ανάμεσα σε λέξεις και υπαινιγμούς, σπόντες και αλληλοσυγκρουόμενες διαπιστώσεις, το νήμα για να καταλάβει τι τους χωρίζει, τι τους ενώνει, τι προτείνουν τέλος πάντων για το αύριο. Ε, χάνεται στον λαβύρινθο, φραστικό και πολιτικό. Χωρίς Μινώταυρο, δυστυχώς.
Και χωρίς Τσίπρα, επίσης. Ο Ακατονόμαστος! Διότι όσο κι αν ψάξεις δεν θα βρεις το όνομά του ανάμεσα στις εκατοντάδες λέξεις της απόφασης του συνεδρίου. Δεν θα βρεις ένα ναι, ή ένα όχι, ή ένα ίσως, για την πολιτική του πρωτοβουλία ανασύνθεσης του προοδευτικού χώρου. Κι έτσι, ένα κόμμα που συστήνει τον εαυτό του ως μια νέα, διαφορετική, εκδοχή της πολιτικής, εκπίπτει στην πιο παλιά πολιτική συνταγή: Αν κάτι δεν βολεύει το κόμμα, διχάζει, προκαλεί αναταράξεις, το αγνοούμε. Erase και πάμε παρακάτω με αριστερή ματαιοδοξία.